Η αυτοβιογραφία μιας σχιζοφρενούς: Η προσωπική ιστορία της Ρενέ όπως την αφηγήθηκε λίγο μετά την ανάρρωσή της

 Αποσπάσματα από το βιβλίο "Μια σχιζοφρενής αφηγείται" της Μαργκερίτ Σεσεέ (Marguerite Séchehaye)
(Εκδόσεις Δίοδος, 1994. Μετάφραση: Σοφία Ανδρεοπούλου)

Βιβλιοπαρουσίαση: Marguerite Séchehaye: Μια σχιζοφρενής αφηγείται - Ένα βιβλίο-προάγγελος της αντιψυχιατρικής

Λεπτομέρεια από έργο της Unica Zürn

Σημείωση: Στα παρακάτω αποσπάσματα η "σχιζοφρενής" Ρενέ, αποκαλεί "Μαμά" την ψυχοθεραπεύτρια της, τη Σεσεέ.

• • • • •

    Μια μέρα, ενώ βρισκόμουν στο γραφείο του διευθυντή, ξαφνικά το δωμάτιο έγινε τεράστιο, φωτισμένο από ένα τρομακτικό ηλεκτρικό φως που έριχνε παντού σκιές. Τα πάντα ήταν κοφτά, λεία, τεχνητά, εξαιρετικά έντονα. Οι καρέκλες και τα τραπέζια έμοιαζαν ομοιώματα τοποθετημένα εδώ κι εκεί. Οι μαθητές και οι δάσκαλοι ήταν μαριονέτες που περιστρέφονταν χωρίς λόγο, χωρίς σκοπό. Δεν αναγνώριζα τίποτα, κανέναν. Ήταν λες και η πραγματικότητα, αραιωμένη καθώς ήταν, είχε ξεγλιστρήσει απ' όλα αυτά τα πράγματα κι αυτούς τους ανθρώπους. Ένας βαθύς τρόμος με κατέβαλε και σαν να είχα χαθεί, κοίταξα γύρω μου απεγνωσμένα για βοήθεια.
[…]

    Για μένα η τρέλα δεν ήταν μια κατάσταση αρρώστιας -δεν πίστευα ότι ήμουν άρρωστη. Ήταν μάλλον μια χώρα, αντίθετη από την Πραγματικότητα, όπου βασίλευε ένα αδυσώπητο φως, εκτυφλωτικό, που δεν άφηνε χώρο για σκιές. Ένας τεράστιος χώρος χωρίς όρια, απεριόριστος, επίπεδος. Ένα μεταλλικό, σεληνιακό τοπίο, κρύο σαν τις ερήμους του Βόρειου Πόλου. Στην απέραντη αυτή ερημιά, τα πάντα είναι αμετάβλητα, ακίνητα, παγωμένα, αποκρυσταλλωμένα. [...]
Κι εγώ -εγώ είμαι χαμένη μέσα σ' αυτό, απομονωμένη, παγωμένη, ξεγυμνωμένη, χωρίς κανένα σκοπό και λόγο ύπαρξης. Ένας μπρούτζινος τοίχος με χωρίζει από όλους και όλα. Μέσα σ' αυτήν την απόγνωση, στην απερίγραπτη δυστυχία, στην απόλυτη μοναξιά, είμαι τρομακτικά μόνη. Κανείς δεν έρχεται να με βοηθήσει. Αυτή λοιπόν είναι η τρέλα -ο Φωτισμός είναι η επίγνωση της αίσθησης του Μη Πραγματικού. Τρέλα είναι να ανακαλύπτεις πως βρίσκεσαι μόνιμα μέσα στην αίσθηση ότι τίποτα δεν είναι πραγματικό, μια αίσθηση που αγκαλιάζει τα πάντα. 
[…]

    Ενάντια στον φωτισμό αυτό ξεκίνησα μια μάχη με τη βοήθεια της αναλύτριας, η οποία αργότερα έγινε η "Μαμά" μου. Μόνο κοντά της ένιωθα ασφαλής, ειδικά από τη στιγμή που άρχισε να κάθεται δίπλα μου στο ντιβάνι και να βάζει το χέρι της γύρω από τους ώμους μου. 
[…]

    Αργότερα ανακάλυψα ότι […] ήταν το "Σύστημα" που με τιμωρούσε. Το σκεφτόμουν σαν μια τεράστια κοσμική οντότητα που περιελάμβανε όλους τους ανθρώπους. Στην κορυφή βρισκόταν εκείνοι που έδιναν εντολές, που επέβαλλαν τιμωρίες, που αποκαλούσαν τους άλλους ενόχους. Καθώς καθένας ήταν υπεύθυνος για όλους τους άλλους, καθεμιά από τις πράξεις του είχε συνέπειες πάνω σε όλα τα όντα. Μια τρομερή αλληλεξάρτηση έδενε όλους τους ανθρώπους κάτω από τη μάστιγα της ενοχής. Όλοι ανήκαν στο σύστημα. Αλλά μόνο μερικοί το συνειδητοποιούσαν.
    Αυτοί ήταν οι "φωτισμένοι" όπως ήμουν εγώ. Και ήταν ταυτόχρονα τιμή και δυστυχία να το συνειδητοποιεί κανείς αυτό.
[…]

    Οι άνθρωποι αυτοί, που στην πραγματικότητα συμπεριφερόταν σύμφωνα με στόχους και καλά καθορισμένα κίνητρα, έγιναν κενοί και έχασαν την ψυχή τους. Μόνο τα σώματα τους έμειναν, σώματα που κινούνταν σαν αυτόματα και οι κινήσεις τους ήταν στερημένες από συναισθήματα. Αυτό ήταν φρικτό. Για να γλιτώσω από τις εικόνες αυτές, από τις εσωτερικές αυτές φωνές, κοίταζα τη "Μαμά". Αλλά εκείνο που έβλεπα ήταν ένα άγαλμα, μια φιγούρα από πάγο που μου χαμογελούσε. Και το χαμόγελο αυτό, που έδειχνε τα άσπρα δόντια της, με τρόμαζε. Γιατί έβλεπα τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά του προσώπου της, ξεκομμένα το ένα από το άλλο: τα δόντια μετά τη μύτη, μετά τα μάγουλα, μετά το ένα μάτι και το άλλο. Ίσως ήταν αυτή η αυτονομία κάθε χαρακτηριστικού που μου προκαλούσε τόσο φόβο και με εμπόδιζε να την αναγνωρίσω παρόλο που ήξερα ποια ήταν.
    Στο υπόλοιπο δωμάτιο, στην ησυχία, όλα ήταν στη θέση τους, στημένα, παγωμένα, ηλίθια. Και ο τρόμος, η τρελή αγωνία κορυφωνόταν μέσα μου. Κρυβόμουν στον ώμο της Μαμάς, ένιωθα τη ζεστασιά της και το απαλό άρωμα στα ρούχα της. Έκλεινα τα μάτια μου και φώναζα: "Φοβάμαι, φοβάμαι, το άχυρο είναι εκεί και εσύ δεν υπάρχεις. Βοήθησε με, βοήθησέ με, το Σύστημα θα με πάρει, τα νερά ανεβαίνουν. Θα πνιγώ, κρυώνω, είμαι βουτηγμένη στο κρύο. Φοβάμαι. Γιατί άλλαξες, γιατί έγινες άγαλμα και άφησες το Σύστημα να σου δίνει διαταγές, γιατί;"
    Κρατιόμουν απεγνωσμένα πάνω της, κρεμιόμουν από το φόρεμά της. Ήθελα να βρω καταφύγιο μέσα της, να κρυφτώ στην καρδιά της, να ξεφύγω από την τρομερή αγωνία που με παρέλυε.
    Όλη αυτήν την ώρα άκουγα τους καγχασμούς και τις εξεζητημένες ασύνδετες φράσεις που επαναλάμβαναν, "Και θα δούμε", ή "Μάχη του Τραφάλγκαρ", ή "Μάλιστα, δεσποινίς".
    Τότε ακουγόταν η γλυκιά φωνή της Μαμάς καταμεσής σ' αυτήν την τρέλα κι έλεγε: "Η μικρή Ρενέ, η μικρή μου Ρενέ δεν χρειάζεται να φοβάται όταν υπάρχει μια Μαμά. Η Ρενέ δεν είναι μόνη τώρα. Η Μαμά είναι εδώ για να την φροντίσει. Είναι πιο δυνατή από όλα τα άλλα, πιο δυνατή από το Σύστημα. Η Μαμά θα βγάλει τη Ρενέ από το νερό. Θα νικήσουμε. […] Και περνούσε το ελαφρύ χέρι της πάνω από το κεφάλι μου και με φιλούσε στο μέτωπο. Τότε, η φωνή της, το χάδι στα μαλλιά μου, η προστασία της, άρχιζαν να ασκούν τη γοητεία τους πάνω μου.
    Λίγο-λίγο, οι φράσεις και οι καγχασμοί έσβηναν, η αίσθηση ότι το δωμάτιο δεν ήταν πραγματικό δεν με άγγιζε πια.
[…]

    Αλλά δεν μπορούσα να βρω ανάπαυση, γιατί τρομερές εικόνες μου επιτίθονταν, τόσο ζωντανές που τις ένιωθα πραγματικά στο σώμα μου. Δεν μπορώ να πω ότι πραγματικά έβλεπα εικόνες. Μάλλον τις ένιωθα. Μου φαινόταν ότι το στόμα μου ήταν γεμάτο πουλιά τα οποία συνέθλιβα ανάμεσα στα δόντια μου και τα φτερά τους, το αίμα τους και τα σπασμένα κόκαλά τους με έπνιγαν. Ή έβλεπα ανθρώπους τους οποίους είχα θάψει σε ένα μπουκάλια από γάλα, να αποσυντίθενται κι εγώ έτρωγα τα σαπισμένα κουφάρια τους. Ή καταβρόχθιζα το κεφάλι μιας γάτας η οποί στο μεταξύ ροκάνιζε τα ζωτικά μου όργανα. Ήταν τρομακτικό, αβάσταχτο.
    Το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, καθόμουν σε μια καρέκλα, με το βλέμμα καρφωμένο μπροστά μου, η εξέταζα απορροφημένη ένα πολύ μικρό σημείο. Ένα σημείο το οποίο, χωρίς να είναι μεγαλύτερο από ένα κόκκο πιπεριού, μπορούσε να με απορροφήσει για μια ώρα χωρίς την παραμικρή επιθυμία να μετατοπίσω το βλέμμα μου από τον μικροσκοπικό αυτό κόσμο… δεν μπορούσα να το αποτραβήξω, καθώς με άρπαζε και με κρατούσε σφιχτά ο χωρίς όρια κόσμος του απειροελάχιστου. [...]
    Από καιρού εις καιρόν, φράσεις κολυμπούσαν στο ονειροπόλο πνεύμα μου. "Αλλά θα δεις", ή "Τελεία", ή ακόμα και κομμάτια λέξεων που δεν είχαν κανένα νόημα: "ίχτσιου, γκάο, γκάο!"
[...]

    Το βράδυ εκείνο μια τρομερή οργή απέναντι στον εαυτό μου φούντωσε μέσα μου. Απεχθανόμουν μισούσα τον εαυτό μου, μου άξιζε θάνατος. Έκλαιγα από θυμό και ενοχές και χτυπούσα τον εαυτό μου βίαια. Βρισκόμουν σε τρομερή αναστάτωση. Φωνές μου ούρλιαζαν: "Εσύ άθλιο πλάσμα, δεν έχεις δικαίωμα να ζεις. Εσύ εγκληματία έχεις διαπράξει το έγκλημα του Κάιν". Ο γιατρός ήρθε και μου έκανε δύο αποτελεσματικές υποδόριες ενέσεις. Αλλά το επόμενο πρωί άρχισε ξανά και το μαρτύριο μου συνεχίστηκε. […] Τελικά κάτω από την επήρεια των μπάνιων, των ηρεμιστικών και της εξάντλησης έπεσα σε ένα είδος ληθάργου, ξαπλωμένη ανάσκελα στο κρεβάτι μου, ακίνητη, χωμένη σε μια αδιαφορία διαπεραστική και απόλυτη. Οι γιατροί και οι νοσοκόμες συμπέραναν ότι δεν αναγνώριζα κανέναν. Αλλά δεν ήταν αλήθεια αυτό. Μάλλον, η απάθεια που με εγκλώβιζε δημιουργούσε ένα εσωτερικό κενό που εμπόδιζε οποιανδήποτε έκφραση. Όταν είδα πάλι τη Μαμά την αναγνώρισα και ενώ η νοσοκόμα κρατούσε ανοιχτά τα μάτια μου, παρατήρησα ότι έκλαιγε. Ένιωσα κάποια κίνηση από την πλευρά της και ήθελα να πω κάτι, αλλά το μόνο που βγήκε ήταν: "Εγώ, εγώ -σπίτι, σπίτι, σπίτι -Μαμά, Μαμά".
    Η Μαμά κατάλαβε την αξιοθρήνητη επιθυμία μου να μείνω μαζί της και με πήρε σπίτι της. Όταν έφτασα στο δωμάτιο μου, μια ανακούφιση με πλημμύρισε και, παρόλο που με τάιζαν τεχνητά μέχρι εκείνη τη στιγμή, απαίτησα: "Ψωμί, ψωμί, ψωμί" και κατάφερα να φάω λίγο.
    Για σχεδόν ένα χρόνο, που ένα μέρος του πέρασα με τη Μαμά και το μεγαλύτερο μέρος του πέρασα στο νοσοκομείο, συνέχισα να βουλιάζω στην κατάσταση αυτή του ληθάργου, ξαπλωμένη με τα γόνατα στο στήθος, το κεφάλι μου στραμμένο στον τοίχο, τα μαλλιά μου να καλύπτουν το πρόσωπό μου για να μην βλέπω κανέναν.
[…] 

    Τα πάντα περνούσαν σαν να ήταν ένα φοβερό όνειρο. Τίποτε δεν ήταν διαφορετικό, καμιά αντίδραση δεν ήταν δυνατή. Ούτε οι γιατροί, ούτε οι νοσοκόμες δεν πίστευαν ότι καταλάβαινα τις εντολές και τις ερωτήσεις τους. Ωστόσο, έκαναν λάθος. Καταλάβαινα περίφημα τι συνέβαινε, τι λεγόταν για μένα. Αλλά όλα είχαν γίνει τόσο απόλυτα άσχετα, τόσο άδεια από συναίσθημα και ευαισθησία που στην πραγματικότητα ήταν σαν να μην μιλούσαν καθόλου για μένα. Απλούστατα δεν μπορούσα να αντιδράσω, η ουσιαστική δύναμη της κίνησης είχε διαλυθεί. Εικόνες με τις οποίες δεν είχα καμιά σχέση, από τις οποίες ήμουν απομακρυσμένη, κινούνταν προς και από το κρεβάτι μου. Εγώ η ίδια ήμουν μια εικόνα χωρίς ζωή.
[…] 

     Μέσα σ' αυτήν την τρομακτική ατμόσφαιρα του ληθάργου και της σιωπής, οι μήνες περνούσαν, με μοναδικό ορόσημο τις καταστροφικές κρίσεις ενοχών και ανταγωνισμού. Οι φωνές μου επιτίθονταν, με απειλούσαν, απαιτούσαν τον θάνατό μου.
[…] 

     Οι περίοδοι των ενοχών εξακολούθησαν μαζί με έναν τρομερό ηθικό πόνο και εγώ έχυνα δάκρυα για ώρες ολόκληρες, φωνάζοντας: "Raïte, Raïte, was habe ich gemacht?" [Τί έχω κάνει;], θρηνώντας στη "γλώσσα μου", με τις χωρίς νόημα επαναλαμβανόμενες συλλαβές, "ιχτσιου, γκαο, ιτιβαρε, γκιαστοου, οβεντε" και τα παρόμοια. Κατά κανένα τρόπου δεν προσπάθησα να τις δημιουργήσω. Έρχονταν από μόνες τους και από μόνες τους δεν σήμαιναν τίποτα. Μόνο ο ήχος, ο ρυθμός με τις οποίες τις έλεγα είχαν κάποιο νόημα. Μέσα από αυτές θρηνούσα, εκφράζοντας τον εξουθενωτικό πόνο και την ατέλειωτη θλίψη στην καρδιά μου. Δεν μπορούσα να χρησιμοποιήσω συνηθισμένες λέξεις, γιατί  ο πόνος και η θλίψη μου δεν είχαν πραγματική βάση.
[…]

    Η Μαμά ασχολείται με τον μικρό Ιεζεκιήλ
    Ήμουν παρούσα όταν η Μαμά κράτησε για πρώτη φορά μια κούκλα στα χέρια της, ένα μωρό το οποίο ονόμασα Ιεζεκιήλ. Τον σκέπασε, τον φίλησε τρυφερά, τον έβαλε να κοιμηθεί στην κούνια του. Στην αρχή, μου αρκούσε να τον παρακολουθώ με προσοχή. Αμέσως ένωσα βαθιά κατάπληξη που ο Ιεζεκιήλ δεχόταν την αγάπη και τη στοργή της Μαμάς χωρίς να συμβεί τίποτα κακό. Ανά πάσα στιγμή περίμενα ότι η Μαμά θα πετούσα τον Ιεζεκιήλ επειδή εγώ δεν άξιζε να ζω. Στο μυαλό μου βασίλευε απόλυτη σύγχυση ως προς τον Ιεζεκιήλ και εμένα. Όταν η Μαμά τον κρατούσε στα χέρια της, έτρεμα μήπως τον βάλει απότομα στην κούνια του και αν το έκανε, είχα την παράξενη αίσθηση ότι σε εμένα είχαν φερθεί έτσι. Παίρνοντας θάρρος μια ημέρα που ο Ιεζεκιήλ ήταν στην αγκαλιά της Μαμάς, έσπρωξα το κεφάλι του στο στήθος της για να εξετάσω αν είχα το δικαίωμα να ζήσω. Τότε η Μαμά τον έσφιξε στο στήθος της και τον άφησε να θηλάσει. Αυτό το έκανε τακτικά, αρκετές φορές την ημέρα έτσι που εγώ περίμενα τη στιγμή γεμάτη φόβο ότι θα το ξεχάσει. Αλλά η Μαμά δεν το ξέχασε κι εγώ άρχισα να τολμώ να ζω.
     Οι αυτοκαταστροφικές παρορμήσεις μειώθηκαν αισθητά και αντί να περνάω την ημέρα στο κρεβάτι με το κεφάλι κάτω από τα σκεπάσματα, κοίταζα γύρω μου, γεμάτη ενδιαφέρον για όλα όσα αφορούσαν τον Ιεζεκιήλ. Μετά εγώ που πάντα αρνιόμουν την τροφή, έφτασα στο σημείο να φάω. Λίγο αργότερα όταν είδα ότι η Μαμά έπλυνε και έντυνε τον Ιεζεκιήλ, δέχτηκα με ευχαρίστηση να με πλύνουν και να με ντύσουν και μάλιστα το απόλαυσα. Με το να φροντίζει γεμάτη αγάπη τον Ιεζεκιήλ η Μαμά ήταν σαν να μου πρόσφερε το δικαίωμα να ζήσω. Λίγο-λιγο άρχισα να βγαίνω από το λήθαργο και άρχισα να ενδιαφέρομαι όλο και περισσότερο για ό,τι έλεγε και έκανε η Μαμά στον Ιεζεκιήλ, ένα ενδιαφέρον περιορισμένο αυστηρά, ωστόσο, στο τάισμα και στην καθαριότητα. Επέτρεψα στον εαυτό μου να το απολαύσει λίγο.
[…]

    Τεράστια σημασία είχε για μένα και συνέβαλε πολύ στην αυξανόμενη αυτοεκτίμησή μου και στην απελευθέρωση από την ενοχή, ο τρόπος με τον οποίο μου μιλούσε η Μαμά. Δεν μπορούσα ποτέ να ανεχθώ να μου απευθύνεται στο δεύτερο πρόσωπο. "Εσύ έχεις ωραίο σώμα, πόσο καθαρή είσαι". Αυτό θα ξυπνούσε καταλυτικό άγχος και θυμό απέναντι στη Μαμά επειδή έβαλε τέτοια αμαρτία πάνω μου. Το να λέει ¨εσύ, το σώμα σου" θα σήμαινε ότι τοποθετεί την ευθύνη πάνω μου, ενώ προσωποποιώντας το σώμα μου, "είναι ωραίο αυτό το σώμα που θα πλυθεί και θα αρωματιστεί", σήμαινε ότι με διαχώριζε από αυτό. Έγινε κάτι ανεξάρτητο από μένα, κάτι που έμοιαζε με τον Ιεζεκιήλ. Η Μαμά το έπλυνε, το έβρισκε ωραίο. Και λίγο-λίγο, σαν τη Μαμά, θα μπορούσα να το πλύνω κι εγώ. Μπορούσα να το κάνω εφόσον μιμόμουν τη Μαμά. Τελικά, όταν πια το έκανα για κάμποσο καιρό με τη Μαμά, κατάφερα να το κάνω χωρίς εκείνη εφόσον του μιλούσα όπως του μιλούσε και εκείνη, να αναλάβω την ευθύνη του, να μου αρέσει. Τότε, επέτρεψα στον εαυτό μου να πω: "Το σώμα μου, εγώ το πλένω, εγώ είμαι όμορφη". Μέσα από τη Μαμά είχα μάθει να μου αρέσει ο εαυτός μου, είχα επιτύχει την ολοκλήρωση του εγώ μου...



    Σχετικές αναρτήσεις:

J. Th. Perceval,
ένας "φρενοβλαβής"
στον 19ο αιώνα

Οι αυτοβιογραφικές
νουβέλες της
Emma Santos

Τα "Ημερολογιακά
τετράδια" του
Vaslav Nijinsky


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου