Κριτική ψυχιατρική. Kριτική ψυχολογία. Eναλλακτικά μοντέλα προσέγγισης της ψυχικής δυσφορίας και οδύνης. Bιωματικές μαρτυρίες. Συνοπτική βιβλιογραφία

κριτική βιβλιογραφία

    Η κριτική βιβλιογραφία έχει εμπλουτιστεί τις τελευταίες δεκαετίες (στην αγγλική γλώσσα κυρίως, αλλά όχι μόνον) με έναν μεγάλο και συνεχώς αυξανόμενο αριθμό βιβλίων και επιστημονικών άρθρων που αμφισβητούν, καταγγέλλουν ή απορρίπτουν το κυρίαρχο βιοϊατρικό μοντέλο της ψυχικής οδύνης και δυσφορίας προτείνοντας εναλλακτικούς τρόπους προσέγγισης και θεραπείας. Στα βιβλία αυτά προστίθεται και ένας σημαντικός αριθμός βιβλίων και άρθρων που ασκούν κριτική στην ψυχολογία, την ψυχοθεραπεία, την συντηρητική ψυχανάλυση και την γενικευμένη ψυχολογικοποίηση της καθημερινής ζωής.

    Ελάχιστα από τα κείμενα αυτά έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Η κατάσταση αυτή, ωστόσο, αρχίζει να αλλάζει τα τελευταία χρόνια, και η κίνηση αυτή αναμφίβολα θα συνεχιστεί δυναμικά στο άμεσο μέλλον, καθώς δημιουργείται σταδιακά ένα κοινό ανοιχτό στις κριτικές φωνές, τις εναλλακτικές προσεγγίσεις και τα δικαιώματα των ψυχικά πασχόντων. Από την φτωχή αυτή (ακόμα) ελληνική βιβλιογραφία επιλέγουμε και προτείνουμε τους παρακάτω τίτλους: 

Απο-ιατρικοποιώντας τη δυστυχία· ψυχιατρική, ψυχολογία και ανθρώπινη κατάσταση

Η ψυχική αναταραχή δεν είναι χωρίς νόημα, δεν είναι "ασθένεια",
αλλά μια αντίδραση σε έναν κόσμο που βιώνεται ως εχθρικός...

De-Medicalizing Misery

    «Η τρέλα, η δυστυχία και η αγωνία είναι εμπειρίες που -από όσο μπορούμε να γνωρίζουμε- οι άνθρωποι πάντα αντιμετώπιζαν. Ωστόσο, μόνο κατά τη διάρκεια των τελευταίων διακοσίων ετών, και ειδικότερα τα τελευταία χρόνια, αυτές οι εμπειρίες κατέληξαν να θεωρούνται αποκλειστική περιοχή των ειδικών και συγκεκριμένα των ιατρών. […] Σ' αυτόν τον τόμο προσπαθήσαμε να δείξουμε ότι η σύγχρονη αντίληψη της τρέλας και της δυστυχίας ως ασθενειών, αρρώστιας και διαταραχών που μπορούν να γίνουν κατανοητές μόνο μέσα σε ένα εξειδικευμένο σώμα γνώσης αποτυγχάνει να ανταποκριθεί δίκαια στο εύρος και το νόημα των εμπειριών στις οποίες αναφέρονται οι έννοιες αυτές.  

    Χαρακτηρίζοντας την αγωνία των ανθρώπων ως αρρώστια, παραβλέπουμε την κακοποίηση που μπορεί να έχουν βιώσει τα άτομα και με μια πιο ευρεία έννοια, κρύβουμε τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης κοινωνίας, που μετατρέπουν τη διανοητική υγεία σε μια επισφαλή κατάσταση για πολλούς ανθρώπους. Ενθρονίζουμε μια πολύ συγκεκριμένη και μεροληπτική "αλήθεια", προκαλώντας βία στην εμπειρία της ζωής και την υποκειμενικότητα εκείνων που υποτίθεται ότι "βοηθάμε". 

    Οι διαγνώσεις σχιζοφρένειας, κατάθλιψης ή "διαταραχής αντιδραστικής προσκόλλησης" αποτελούν εντελώς ανεπαρκείς περιγραφές τόσο των προβλημάτων και των δυσκολιών που βιώνουν οι άνθρωποι όσο και της ιστορίας της ζωής τους μέσα στην οποία βρίσκονται αυτά τα προβλήματα. Τέτοιες ταμπέλες καθιστούν τις εμπειρίες των ανθρώπων άνευ νοήματος, λες και υποδηλώνουν ένα εξάνθημα, ένα βράσιμο στο στήθος ή βήχα. Επιπλέον, οι εμπειρίες με τις οποίες έχουμε εξοικειωθεί κάτω από την επικεφαλίδα "ψυχιατρικά συμπτώματα" μπορεί να είναι ένα σήμα ότι δεν είναι όλα καλά, ένα σήμα ότι κάτι πρέπει ν' αλλάξει, παρά ένα πρόβλημα αυτό καθ' αυτό. Όμως, όπως είδαμε σ' αυτόν τον συλλογικό τόμο, αυτή η προοπτική αποτελεί ανάθεμα για τις τρέχουσες ηγεμονικές ιατρικές αντιλήψεις.

Αντουάν Βιέρτς, "Πείνα, τρέλα, έγκλημα"

Antoine Wiertz, "Faim, Folie, Crime", 1853
Musée Antoine Wiertz / Μουσείο Αντουάν Βιέρτς, Βρυξέλλες

    Μια μικρή αδειανή και μισοερειπωμένη καλύβα...
Από την τρύπα που χάσκει στην οροφή φαίνεται ένα κομμάτι ουρανού και το γυμνό διχαλωτό κλαδί ενός δένδρου -αναφορά, σύμφωνα με τον Σάντερ Γκίλμαν, στο διχαλωτό ραβδί, εικαστικό σύμβολο από παλιά της τρέλας (αλλά και του δαίμονα) πριν αντικατασταθεί οριστικά από την "μαρόττα" (το σκήπτρο των μπουφόνων που είχε στο ένα άκρο του μια σκαλισμένη κεφαλή).[1] Πάνω στο τραπέζι ένα αδειανό κοφίνι, ένα λερωμένο πριν από μέρες πιάτο, ένα σαπισμένο μήλο, και κάτω στο πάτωμα ριγμένη μια αίτηση για οικονομική βοήθεια που δεν έφθασε ποτέ. 

     Μια νεαρή γυναίκα με φθαρμένα στους αγκώνες ρούχα κάθεται σε ένα πεζούλι. Έχει το στερεμένο από την ασιτία στήθος της γυμνό, σημάδι πως μόλις πριν από λίγο προσπάθησε μάταια να θηλάσει το νεογέννητο μωρό της. Γελά με ένα γέλιο τρελό: Στο ένα της χέρι κρατά ένα ματωμένο μαχαίρι και στα γόνατά της το άψυχο σώμα του μωρού τυλιγμένο με ένα λευκό πανί ματωμένο στο ύψος των ποδιών του. Το κομμένο πόδι του μικρού παιδιού -γκροτέσκα λεπτομέρεια- προεξέχει από μια χύτρα κρεμασμένη στο τζάκι. Αποκάτω της, καπνίζουν προσπαθώντας να ανάψουν τα κομμάτια ενός σπασμένου επίπλου μαζί με το παπούτσι της γυναίκας (ο μονοσάνδαλος, ένα ακόμη σύμβολο της παραφροσύνης)

Gary Greenberg: Η βιομηχανία της κατάθλιψης - η άγνωστη ιστορία μιας σύγχρονης "ασθένειας"

     Η διάγνωση της "κατάθλιψης" είναι σήμερα η πιο διαδεδομένη ψυχιατρική διάγνωση και ο αριθμός των ανθρώπων που παίρνουν αντικαταθλιπτικά αυξάνεται συνεχώς και με επιταχυνόμενους ρυθμούς. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας το 5% του παγκόσμιου ενήλικου πληθυσμού "μαστίζεται" από την "επιδημία της κατάθλιψης", με τα ποσοστά να είναι πολύ υψηλότερα στις δυτικές χώρες και σε ορισμένες ομάδες του πληθυσμού: στις γυναίκες, στους εφήβους, στους φοιτητές και στους ηλικιωμένους. 

     Πως όμως φτάσαμε σ' αυτήν την ανησυχητική κατάσταση, σ' αυτήν την επιδημία διαγνώσεων κατάθλιψης όταν μέχρι τη δεκαετία του 1950 η κατάθλιψη ήταν μια σχετικά σπάνια ασθένεια που αφορούσε ένα μικρό ποσοστό ανθρώπων; 

Γκάρι Γκρίνμπεργκ, Η βιομηχανία της κατάθλιψης

     Ο Αμερικανός ψυχολόγος-ψυχοθεραπευτής Γκάρυ Γκρίνμπεργκ στο βιβλίο του "Η βιομηχανία της κατάθλιψης"[1] (ο τίτλος του οποίου παραπέμπει στη "Βιομηχανία της τρέλας"[2] του Τόμας Σας) παρουσιάζει με πολλές λεπτομέρειες την πορεία των ψυχιατρικών ιδεών (από τον 19ο αιώνα και μετά), και πως αυτή (παρακάμπτοντας ή διαστρέφοντας τις θέσεις του Σίγκμουντ Φρόυντ και του Άντολφ Μέγιερ) κατέληξε στη σύγχρονη μονοδιάστατη ψυχιατρική αντίληψη για την κατάθλιψη ως "ασθένεια" του εγκεφάλου, ως ασθένεια που οφείλεται στην χημική ανισορροπία κάποιων νευροδιαβιβαστών, η οποία μπορεί να διορθωθεί με τη λήψη "αντικαταθλιπτικών" φαρμάκων. 

Αντί της ψυχιατρικής - εναλλακτικά μοντέλα συνάντησης με τον ψυχικό πόνο

    «Το "αντί" δεν σημαίνει πλέον απλά εναντίον. Σημαίνει επίσης -ή κυρίως- "εναλλακτικά προς", "απέναντι" ή "ανεξάρτητα από" την ψυχιατρική.
Αυτός είναι ο λόγος που οι φίλοι της εξαναγκαστικής ψυχιατρικής και της φαρμακοβιομηχανίας κρατούν μια στάση ιδιαίτερα αρνητική απέναντι στη σύγχρονη, ανθρωπιστική αντιψυχιατρική, που προσανατολίζεται στο
κίνημα των επιζώντων της κλασικής ψυχιατρικής.»[1]

• • • • •

Alternatives Beyond Psychiatry

    Τα κείμενα του βιβλίου είναι γραμμένα από ανθρώπους με προσωπική ψυχιατρική εμπειρία, ακτιβιστές του κινήματος των επιζώντων της ψυχιατρικής, και από ριζοσπάστες εναλλακτικούς θεραπευτές που αμφισβητούν το βιο-ιατρικό μοντέλο της ψυχικής δυσφορίας, την εγκυρότητα των ψυχιατρικών διαγνώσεων και τις εξαναγκαστικές πρακτικές της κυρίαρχης ψυχιατρικής που μετατρέπουν τους ανθρώπους σε κρίση σε χρόνιους ασθενείς και μόνιμους χρήστες ψυχιατρικών υπηρεσιών. 

    Ορισμένα από τα κείμενα είναι προσωπικές βιωματικές αφηγήσεις, ιστορίες ανάρρωσης που περιγράφουν εξατομικευμένους τρόπους αντιμετώπισης της ψυχωτικής κρίσης, ενώ άλλα παρουσιάζουν τις βασικές αρχές και τον τρόπο λειτουργίες εναλλακτικών μοντέλων αντιμετώπισής της, όπως το πρόγραμμα "Σωτηρία"[2] που εμπνεύσθηκε ο Αμερικανός ψυχίατρος Λόρεν Μόσερ (Loren Mosher), το φιλανδικό μοντέλο των "Ανοιχτών διαλόγων", η θεραπευτική κοινότητα "Windhorse" ["Το άλογο του ανέμου"][3] που ίδρυσε ο ψυχίατρος και καθηγητής της διαλογιστικής ψυχολογίας Έντουαρντ Πόντβολ (Edward Podvoll), οι ομάδες στήριξης του Δικτύου "Ακούγοντας φωνές",[4] η "Καλύβα των κρίσεων" της Νέας Υόρκης, το "Σπίτι Φυγής" του Βερολίνου, το πρόγραμμα "La cura" ['Ίαση"] της Σικελίας… Τα τελευταία έχουν ιδρυθεί από κινήματα επιζησάντων της ψυχιατρικής και λειτουργούν χωρίς τη συμβολή ψυχιάτρων ή άλλων επαγγελματιών ψυχικής υγείας που δεν είχαν ποτέ και οι ίδιοι προσωπική ψυχιατρική εμπειρία.

"Οικογενειακή ζωή" ["Family life", 1971], μια ταινία του Ken Loach από την εποχή της αντιψυχιατρικής

    Η ταινία αφηγείται την ιστορία μιας νεαρής κοπέλας, της Τζάνις, που ζει στα τέλη της δεκαετίας του 1960 σε ένα μουντό εργατικό προάστιο του Λονδίνου μαζί με τους υποταγμένους στις κοινωνικές συμβάσεις και στην υποκριτική ηθική της εποχής "φυσιολογικούς" γονείς της. Όταν η Τζάνις που προσπαθεί δειλά να αποστασιοποιηθεί και να επιλέξει το δικό της δρόμο μένει έγκυος, οι γονείς της την εξαναγκάζουν να υποβληθεί σε έκτρωση, "για το καλό της", και λίγο αργότερα, μετά από έναν έντονο καυγά και ένα βίαιο αλλά απόλυτα κατανοητό ξέσπασμά της, την οδηγούν στο ψυχιατρείο θεωρώντας ότι οι επιλογές και οι συμπεριφορές της δεν μπορεί παρά να είναι απόρροια κάποιας "αρρώστιας".

    Στο ψυχιατρείο αρχικά την αναλαμβάνει ένας ριζοσπάστης ψυχίατρος, ο Μάικ, ο οποίος αμφισβητεί τις "θεραπείες" της κυρίαρχης ψυχιατρικής. Ο Μάικ έχει ιδρύσει μια πειραματική θεραπευτική μονάδα (που μας θυμίζει ανάλογες προσπάθειες που επιχείρησαν ο Ρόναλντ Λαινγκ και ο Ντέιβιντ Κούπερ στα παραδοσιακά ψυχιατρεία που εργάστηκαν πριν ιδρύσουν τις δικές τους αντιψυχιατρικές θεραπευτικές κοινότητες) και δεν θεωρεί τους νεαρούς "ασθενείς" του ως πραγματικά αρρώστους. Η διοίκηση όμως του Νοσοκομείου αποφασίζει γρήγορα να βάλλει τέρμα στους πειραματισμούς. Την Τζάνις αναλαμβάνει τώρα ένας "κανονικός" ψυχίατρος, ο οποίος δεν αργεί να διαγνώσει "σχιζοφρένεια" και να αρχίσει να της χορηγεί ισχυρές δόσεις ψυχοφαρμάκων και ηλεκτροσόκ. Η πορεία της Τζάνις προς τη χρονιότητα είναι πλέον προδιαγεγραμμένη… Στην τελευταία σκηνή της ταινίας η Τζάνις οδηγείται από μια νοσοκόμα σε ένα αμφιθέατρο μπροστά σε μια ομάδα συναισθηματικά αδιάφορων φοιτητών, μελλοντικών ψυχιάτρων. Η άβουλη, πειθήνια συμπεριφορά της και η άρνησή της να απαντήσει στις ερωτήσεις αποτελούν για τον αυτάρεσκο ψυχίατρό της χαρακτηριστικά συμπτώματα της σχιζοφρένειας και όχι το αποτέλεσμα των βίαιων, αυταρχικών και εν τέλει αναποτελεσματικών ψυχιατρικών επεμβάσεων που υπέστη. (βλέπε: Robert Whitaker: Χρονιότητα και αντιψυχωτικά φάρμακα & Martin Harrow: Ανάρρωση χωρίς ψυχοφάρμακα).

Marguerite Séchehaye: "Μια σχιζοφρενής αφηγείται..." • Ένα βιβλίο "προάγγελος" της αντιψυχιατρικής

Τίτλος πρωτοτύπου: "Le journal d'une schizophrène" (1950)
["Το ημερολόγιο μιας σχιζοφρενούς"]
[1]

    Μια νεαρή σχιζοφρενής με το ψευδώνυμο "Ρενέ" περιγράφει στο πρώτο μέρος του βιβλίου τις ψυχωτικές εμπειρίες της και τα διαδοχικά επεισόδια της ψυχοθεραπείας της με την ψυχαναλύτρια Μαργκερίτ Σεσεέ[2] όπως η ίδια τα βίωσε μέχρι την οριστική ανάρρωσή της.[3]

    Η Ρενέ είχε διαγνωστεί με σχιζοφρένεια προς το τέλος της εφηβείας της και νοσηλευτεί χωρίς αποτέλεσμα σε ψυχιατρικό ίδρυμα (παρουσίαζε παραληρηματικές ιδέες, οπτικές ή ψυχικές ψευδαισθήσεις και παρορμήσεις αυτοτραυματισμού και αυτοκαταστροφής). Ήταν 17-18 χρονών όταν η Σεσεέ, το 1930, ανέλαβε την ψυχοθεραπεία της.[4]

Μια σχιζοφρενής αφηγείται - σχόλια, ερμηνεία Marguerite Séchehaye
Το ημερολόγιο μιας σχιζοφρενούς

    Η Σεσεέ, ως ψυχαναλύτρια, πίστευε ότι η σχιζοφρένεια συνδέεται με τραύματα της παιδικής ηλικίας, με πρώιμες ματαιώσεις και συναισθηματικές στερήσεις. Για τη Ρενέ γνώριζε ότι δεν ήταν επιθυμητό παιδί και ότι η μητέρα της δεν είχε μπορέσει ποτέ να ανταποκριθεί στις βασικές ανάγκες της μικρής της κόρης κατά την περίοδο της βρεφικής της ηλικίας.

   Η Σεσεέ προσπάθησε αρχικά να εφαρμόσει την κλασική ψυχαναλυτική μέθοδο, διαπίστωσε όμως ότι αυτή δεν είχε κανένα αποτέλεσμα. Νιώθοντας βαθιά συμπάθεια και ενδιαφέρον για την Ρενέ, εγκατέλειψε τη θεραπευτική ουδετερότητα και τους κανόνες της ψυχαναλυτικής πρακτικής, καθιέρωσε συνεδρίες πρόσωπο με πρόσωπο, δήλωσε διαθεσιμότητα πέρα από τα καθορισμένα ωράρια της θεραπείας και δέχθηκε να γίνει για τη Ρενέ ένα συμβολικό μητρικό υποκατάστατο -η Ρενέ την αποκαλούσε "Μαμά". Αποκωδικοποιώντας τα μεταφορικά μηνύματα της Ρενέ, μαντεύοντας τις συναισθηματικές ανάγκες της ("όπως μια βιολογική μητέρα μαντεύει τις ανάγκες του μικρού παιδιού της που δεν μπορεί ακόμη να τις εκφράσει με λόγια"), ανέλαβε να τη "θρέψει" συναισθηματικά για να μπορέσει έτσι η Ρενέ να αγαπήσει τον εαυτό της και να θελήσει να ζήσει.

Η αυτοβιογραφία μιας σχιζοφρενούς: Η προσωπική ιστορία της Ρενέ όπως την αφηγήθηκε λίγο μετά την ανάρρωσή της

 Αποσπάσματα από το βιβλίο "Μια σχιζοφρενής αφηγείται" της Μαργκερίτ Σεσεέ (Marguerite Séchehaye)
(Εκδόσεις Δίοδος, 1994. Μετάφραση: Σοφία Ανδρεοπούλου)

Βιβλιοπαρουσίαση: Marguerite Séchehaye: Μια σχιζοφρενής αφηγείται - Ένα βιβλίο-προάγγελος της αντιψυχιατρικής

Λεπτομέρεια από έργο της Unica Zürn

Σημείωση: Στα παρακάτω αποσπάσματα η "σχιζοφρενής" Ρενέ, αποκαλεί "Μαμά" την ψυχοθεραπεύτρια της, τη Σεσεέ.

• • • • •

    Μια μέρα, ενώ βρισκόμουν στο γραφείο του διευθυντή, ξαφνικά το δωμάτιο έγινε τεράστιο, φωτισμένο από ένα τρομακτικό ηλεκτρικό φως που έριχνε παντού σκιές. Τα πάντα ήταν κοφτά, λεία, τεχνητά, εξαιρετικά έντονα. Οι καρέκλες και τα τραπέζια έμοιαζαν ομοιώματα τοποθετημένα εδώ κι εκεί. Οι μαθητές και οι δάσκαλοι ήταν μαριονέτες που περιστρέφονταν χωρίς λόγο, χωρίς σκοπό. Δεν αναγνώριζα τίποτα, κανέναν. Ήταν λες και η πραγματικότητα, αραιωμένη καθώς ήταν, είχε ξεγλιστρήσει απ' όλα αυτά τα πράγματα κι αυτούς τους ανθρώπους. Ένας βαθύς τρόμος με κατέβαλε και σαν να είχα χαθεί, κοίταξα γύρω μου απεγνωσμένα για βοήθεια.
[…]

    Για μένα η τρέλα δεν ήταν μια κατάσταση αρρώστιας -δεν πίστευα ότι ήμουν άρρωστη. Ήταν μάλλον μια χώρα, αντίθετη από την Πραγματικότητα, όπου βασίλευε ένα αδυσώπητο φως, εκτυφλωτικό, που δεν άφηνε χώρο για σκιές. Ένας τεράστιος χώρος χωρίς όρια, απεριόριστος, επίπεδος. Ένα μεταλλικό, σεληνιακό τοπίο, κρύο σαν τις ερήμους του Βόρειου Πόλου. Στην απέραντη αυτή ερημιά, τα πάντα είναι αμετάβλητα, ακίνητα, παγωμένα, αποκρυσταλλωμένα. [...]
Κι εγώ -εγώ είμαι χαμένη μέσα σ' αυτό, απομονωμένη, παγωμένη, ξεγυμνωμένη, χωρίς κανένα σκοπό και λόγο ύπαρξης. Ένας μπρούτζινος τοίχος με χωρίζει από όλους και όλα. Μέσα σ' αυτήν την απόγνωση, στην απερίγραπτη δυστυχία, στην απόλυτη μοναξιά, είμαι τρομακτικά μόνη. Κανείς δεν έρχεται να με βοηθήσει. Αυτή λοιπόν είναι η τρέλα -ο Φωτισμός είναι η επίγνωση της αίσθησης του Μη Πραγματικού. Τρέλα είναι να ανακαλύπτεις πως βρίσκεσαι μόνιμα μέσα στην αίσθηση ότι τίποτα δεν είναι πραγματικό, μια αίσθηση που αγκαλιάζει τα πάντα. 
[…]

Ίαν Πάρκερ - Νταβίντ Παβόν-Κουεγιάρ· "Ψυχανάλυση και Επανάσταση" • Μανιφέστο για μια "κριτική ψυχανάλυση" (βιβλιοπαρουσίαση)

Μπορεί η ψυχανάλυση αντί να είναι ένα μέσο ψυχολογικοποίησης,
ένα ακόμη εργαλείο προσαρμογής,
να αποτελέσει ένα όπλο κατά της εξουσίας;

Psychanalysis and Revolution

    Στο βιβλίο τους "Ψυχανάλυση και Επανάσταση",[1] ο Ίαν Πάρκερ (καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Λέστερ, λακανικός ψυχαναλυτής και μέλος της επαναστατικής-τροτσκιστικής οργάνωσης Anti-Capitalist Resistance) και ο Νταβίντ Παβόν Κουεγιάρ (μαρξιστής καθηγητής κοινωνικής ψυχολογίας και λακανικής ψυχανάλυσης στο Πανεπιστήμιο του Μιτσοακάν, στο Κεντρικό Μεξικό) ασκούν έντονη κριτική στην ψυχιατρική, την ψυχολογία, την ψυχοθεραπεία αλλά και την συμβατική-συντηρητική ψυχανάλυση, την ψυχανάλυση όπως αυτή ασκείται από την συντριπτική πλειοψηφία των σημερινών ψυχαναλυτών, υιοθετώντας τις κριτικές που έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί από την μαρξιστική αριστερά, την αντιψυχιατρική[2] και τα ριζοσπαστικά φεμινιστικά κινήματα. 

    Τα "ψ-επαγγέλματα", της ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπείας συμπεριλαμβανομένης, ακόμη και όταν εμφανίζονται με "ανθρωπιστικές" ή "μεταρρυθμιστικές" μεταμφιέσεις -και ίσως περισσότερο με αυτές-, δεν μπορούν παρά να λειτουργούν ως μηχανισμοί ελέγχου και τεχνικές προσαρμογής: Οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας, ανεξάρτητα από την πολιτική ταυτότητα που οι ίδιοι δηλώνουν, εκπαιδεύονται για να ανάγουν τα προβλήματα που προκαλούνται από την καταπίεση, την εκμετάλλευση, τις διακρίσεις, την αλλοτριωτική πραγματικότητα της σύγχρονης ζωής στο επίπεδο της ατομικής ψυχολογίας, αλλοτριώνοντας έτσι διπλά τους ανθρώπους που προσφεύγουν σ' αυτούς. Μας "θεραπεύουν" και μας "ενδυναμώνουν" όχι για να μπορέσουμε να αλλάξουμε τον κόσμο, αλλά για να μπορέσουμε να τον αντέξουμε όπως αυτός είναι, να πάψουμε να δυσφορούμε, να προσαρμοστούμε στην νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική πραγματικότητα, και αυτήν "την προσαρμογή που διαιωνίζει ό,τι μας καταπιέζει" είναι που οι ψυχίατροι και οι ψυχολόγοι αποκαλούν πολύ συχνά ψυχική υγεία. "Υπόσχονται μια θεραπεία της δυσφορίας σε έναν κόσμο δομικά οργανωμένο γύρω από την αλλοτρίωση." Υπόσχονται ν' αλλάξουν το άτομο για παραμείνουν τα πράγματα όπως ακριβώς είναι:
  
    Η ψυχιατρική, η ψυχολογία, η ψυχοθεραπεία, διαβάζουμε, "αυτά τα τρία στοιχεία του ψ-συμπλέγματος αυτό το πυκνό δίκτυο θεωριών και πρακτικών για το ανθρώπινο υποκείμενο που εγγυάται και ενισχύει την εξουσία υπό τον καπιταλισμό και την πατριαρχία, συνυφαίνεται σε μια παγκόσμια ιδεολογική διαδικασία ψυχολογικοποίησης, συμβάλλοντας στην προέλαση του ψυχολογικού εις βάρος του πολιτικού, του κοινωνικού και του πολιτισμικού […] Η ψυχολογικοποίηση, στις διάφορες ανταγωνιστικές πτυχές της, ανάγει τα ποικίλα πολιτισμικά, κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα σε ψυχολογικούς μηχανισμούς" (σελ. 202)· το πολιτικό από-πολιτικοποιείται, υποβιβάζεται στο ψυχολογικό, "στην προσωπικότητα, στον εσωτερικό κόσμο των υποκειμένων, στα ένστικτα, στα συμπλέγματα, στο φαντασιακό ή στην παθολογία".  Η ψυχιατρική και η ψυχολογία "επιτελούν ένα έργο διαχωρισμού, κλείνοντας τον καθένα από εμάς στη δική του προσωπική 'ασθένεια', κάνοντας μας να ξεχνάμε την κοινή προέλευση των δεινών μας".

Η παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την ψυχιατρική. Η ετυμηγορία του "Δικαστηρίου Φουκώ"

     Το Μάιο του 1998 το Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου σε συνεργασία με την "Επίθεση των Τρελών" (Irren-Offensive), μια αυτοδιαχειριζόμενη ομάδα πρώην χρηστών και "επιζησάντων της ψυχιατρικής"[1], οργάνωσαν ένα εικονικό "διεθνές δικαστήριο" ενάντια στην ψυχιατρική και τις καταναγκαστικές και απανθρωποιητικές πρακτικές της. Στο δικαστήριο δόθηκε το όνομα του Γάλλου φιλοσόφου Μισέλ Φουκώ (Michel Foucault), του οποίου το βιβλίο "Ιστορία της τρέλας στην κλασική εποχή" αποτέλεσε βιβλίο αναφοράς για τα ριζοσπαστικά αντι-ψυχιατρικά κινήματα στις δεκαετίες 1960-1970, μαζί με τα βιβλία "Ο μύθος της ψυχικής ασθένειας" του Τόμας Σας και "Άσυλα" του Ίρβινγκ Γκόφμαν[2]

    Βασικός "κατήγορος" κατά τη διάρκεια της "δίκης" ήταν ο Ρoν Λάιφερ (Ron Leifer), Αμερικανός ψυχίατρος και ψυχοθεραπευτής, μαθητής του Τόμας Σας. Το σώμα των "ενόρκων" απαρτιζόταν από άτομα με ψυχιατρική εμπειρία -μέλη οι περισσότεροι της "Επίθεσης των τρελών". Συμμετείχαν επίσης Ισραηλινοί και Αμερικανοί ακτιβιστές. "Πρόεδρος" των ενόρκων ήταν η Αμερικανίδα φεμινίστρια συγγραφέας Κέιτ Μίλλετ (Kate Millett), πρώην έγκλειστη και η ίδια σε ψυχιατρεία των ΗΠΑ και της Ιρλανδίας, η οποία το 1990 είχε δημοσιεύσει το πολυσέλιδο βιβλίο της "Τhe loony-bin trip" -μια περιγραφή των οδυνηρών και ταπεινωτικών ψυχιατρικών της εμπειριών και των αγώνων της ενάντια στην καταναγκαστική ψυχιατρική. 

    Ξεχωριστή θέση ανάμεσα στις καταθέσεις των θυμάτων της ψυχιατρικής είχε η μαρτυρία της Ελβίρα Μαντέι (Elvira Manthey). Το 1937, σε ηλικία έξι χρονών μεταφέρθηκε από την κοινωνική πρόνοια στο ψυχιατρείο του Μαγδεμβούργου, όπου ναζιστές ψυχίατροι μετά από μια ολιγόλεπτη εξέταση τη χαρακτήρισαν διανοητικά καθυστερημένη, επικίνδυνη και υποψήφια για "εξάλειψη". Η Ελβίρα κατόρθωσε την τελευταία στιγμή

"Μιλώντας μόνος": Ο Tristan Tzara στο ψυχιατρείο του Σαιντ Αλμπάν… (εικονογράφηση Joan Miró)

Parler seul (Joan Miró / Tristan Tzara)

    Το καλοκαίρι του 1945, ο Τριστάν Τζαρά συνοδευόμενος από τον γιό του, την Σεσίλ Ελυάρ και τον ζωγράφο Ζεράρ Βυλλιαμί (Gérard Vulliamy) επισκέφτηκε το περίφημο ψυχιατρικό νοσοκομείο του Σαιντ Αλμπάν (γενέθλιο τόπο του κινήματος της "θεσμικής ψυχοθεραπείας" στην ορεινή Λοζέρ), προσκεκλημένος του Λυσιέν Μποναφέ, διευθυντού του ιδρύματος.[1] 

    Ο Τζαρά παρέμεινε στο Σαιντ Αλμπάν για δύο περίπου μήνες και από την εκεί παραμονή του και τις ανθρώπινες σχέσεις που συνήψε με τροφίμους του ασύλου εμπνεύσθηκε έξι μη-αφηγηγματικά ποιήματα[2], τα οποία με γενικό τίτλο "Parler seul" [Μιλώντας μόνος] εκδόθηκαν το 1948 και το 1950 σε λίγα αντίτυπα, συλλεκτικής σήμερα αξίας. Στα ποιήματα της συλλογής, στα οποία ο Τζαρά ενσωμάτωσε φράσεις και λέξεις που κατάγραψε συνομιλώντας ή ακούγοντας τους μονολόγους των πασχόντων, αντανακλάται η οδύνη, η μοναξιά, η παραίτηση αλλά και η ιδιαιτερότητα και η βαθιά ανθρωπιά των ανθρώπων που συνάντησε.

    Την έκδοση εικονογράφησε, μετά από αίτημα του ποιητή, ο Χουάν Μιρό με 72 χαρακτηριστικές του λιθογραφίες, τα χαρούμενα χρώματα των οποίων μοιάζουν σαν να θέλουν να αντισταθμίσουν το κλίμα των ποιημάτων.