Η ψυχική κατάρρευση του Vaslav Nijinsky • Τα "Ημερολογιακά Τετράδια" και η αδιέξοδη ψυχιατρική διαδρομή

 «Φοβάμαι τους ανθρώπους, γιατί θέλουν να ζήσω την ίδια ζωή μ' αυτούς. […] Ξέρω ότι όλος ο κόσμος θα πει: 'Ο Νιζίνσκυ τρελάθηκε' […] Όλος ο κόσμος θα το σκεφτεί, αλλά δεν θα με βάλουν σε φρενοκομείο, επειδή χορεύω πολύ καλά και δίνω λεφτά σε όσους μου ζητάνε. Στους ανθρώπους αρέσουν οι εκκεντρικοί, γι' αυτό θα μ' αφήσουν ήσυχο, λέγοντας πως είμαι ένας τρελός παλιάτσος» [1]

     Τα "Ημερολογιακά τετράδια" είναι το προσωπικό ημερολόγιο που κράτησε για εξίμισι εβδομάδες, από τις 19 Ιανουαρίου έως τις 4 Μαρτίου του 1919, ο φημισμένος χορευτής και χορογράφος των "Ρωσικών Μπαλέτων" Βασλάβ Νιζίνσκι.[2] Δύο μέρες αργότερα οδηγήθηκε σε ψυχιατρική κλινική με τη διάγνωση της "σχιζοφρένειας" -διάγνωση που έθεσε οριστικά τέλος στην σύντομη και λαμπρή καλλιτεχνική του πορεία (ο Νιζίνσκι ήταν τότε 29 χρονών). 

    Το ημερολόγιο, γραμμένο σε τέσσερα τετράδια,[3] είναι μια από τις σπάνιες αυτοβιογραφικές περιγραφές της εμπειρίας εισόδου στην ψύχωση, και ίσως η μοναδική που γράφτηκε από έναν μεγάλο καλλιτέχνη[4] κατά τη διάρκεια που συμβαίνει και όχι εκ των υστέρων (όπως για παράδειγμα τα κείμενα της Unica Zürn ή της Leonora Carrington που παρουσιάσθηκαν σε παλιότερες αναρτήσεις μας). Διατρέχοντας τις πυκνογραμμένες σελίδες τους, με τις σύντομες κοφτές προτάσεις και την συνεχή, χωρίς παύση εναλλαγή θεμάτων, μπορούμε να αισθανθούμε ως ένα βαθμό και εμείς την μεγάλη αγωνία που διακατείχε τον Νιζίνσκι καθώς ένιωθε να χάνει τον έλεγχο του εαυτού του, του εαυτού του όπως τον ήξερε μέχρι τότε ("βρίσκομαι μπροστά σε έναν γκρεμό και θα μπορούσα να πέσω μέσα"[5]), και φοβόταν μήπως οι άλλοι, τα μάτια των οποίων γνώριζε καλά πως ήταν στραμμένα επάνω του και τον παρατηρούσαν με ανησυχία, τον θεωρήσουν τρελό και τον κλείσουν σε φρενοκομείο. 

    Σημαντικό χώρο μέσα στο κείμενο καταλαμβάνουν και οι πολιτικές απόψεις του Νιζίνσκι, στις οποίες διακρίνεται η επίδραση της "αναρχο-χριστιανικής" φιλοσοφίας του Λέοντος Τολστόι: μη-βία, αγάπη για όλους τους ανθρώπους, χορτοφαγία και συμπόνια προς τα ζώα, επιστροφή στη φύση… Ο Νιζίνσκι εκτιμούσε ιδιαίτερα τον Τολστόι και είχε εκφράσει την επιθυμία να μιμηθεί το παράδειγμά του, να εγκαταλείψει τον χορό και να ζήσει, όπως κι εκείνος, μια απλή ζωή κοντά στη φύση -επιθυμία που συναντούσε την οργισμένη και απαξιωτική αντίδραση της γυναίκας του. ("Με αγαπούσε λίγο […]· με αγαπούσε για την επιτυχία μου και την ομορφιά του σώματός μου", θα γράψει αργότερα στο ημερολόγιό του.[6]) 


    Η ψυχική κατάρρευση…

«Ο θάνατος ήρθε απροειδοποίητα, γιατί τον επιθύμησα. Είπα στον εαυτό μου ότι δεν ήθελα να ζήσω. […] Κλαίω από λύπη. Είμαι πολύ δυστυχισμένος. Πλήττω γιατί όλα είναι άδεια γύρω μου. Είμαι κι εγώ άδειος. […] Ο Θεός με διέταξε να μην κάνω τίποτε. Θέλει να σημειώσω τις εντυπώσεις μου γραπτά. Θέλω να γράψω πολλά…»
(Απόσπασμα από την αρχή του τρίτου τετραδίου)

    Τα πρώτα εμφανή σημάδια της επερχόμενης ψυχικής αποδιοργάνωσης του Νιζίνσκι εκδηλώθηκαν στο Σαιν Μόριτς της Ελβετίας, όπου από τα μέσα του 1917 διέμενε μαζί με την γυναίκα του, τη Ρομόλα, και την τρίχρονη κόρη τους περιμένοντας τη λήξη του πολέμου. Λίγες μέρες νωρίτερα, προς τα τέλη του 1918, είχε λάβει μια επιστολή από την αδελφή του, η οποία τον πληροφορούσε ότι  ο αδελφός τους ο Στάσσικ είχε πεθάνει κατά τη διάρκεια μια πυρκαγιάς στο φρενοκομείο που νοσηλευόταν.[7] Ο Νιζίνσκι δεν αντέδρασε άμεσα στο θλιβερό νέο. Λίγο αργότερα όμως ανακοίνωσε ότι σκόπευε να συνθέσει ένα μπαλέτο με θέμα την τρέλα, "ένα χορό της ζωής ενάντια στον θάνατο". Ο ίδιος θα είχε τον ρόλο ενός τρελού που θα κατηγορούσε άγρια το κοινό επειδή δεν θέλησε να εμποδίσει τον πόλεμο και την αποστολή στο θάνατο χιλιάδων νέων ανθρώπων.[8] 

    Καθώς δούλευε για το μπαλέτο η συμπεριφορά του άρχισε σταδιακά να αλλάζει. Στιγμές βαθιάς θλίψης εναλλασσόταν με εκρήξεις θυμού και βίαιης επιθετικότητας που τρομοκρατούσαν την γυναίκα του και τους άλλους ανθρώπους γύρω του, και κάποιες φορές αρνούμενος κάθε διάλογο παρέμεινε για ώρες σιωπηλός κοιτώντας επίμονα προς ένα σημείο ή κλεινόταν στο δωμάτιο του σχεδιάζοντας με μεγάλη ταχύτητα, χωρίς ανάπαυλα το ένα μετά το άλλο σχέδια που είχαν σχεδόν όλα ως μοναδικό θέμα ωοειδείς μορφές: μάτια που κοίταζαν επίμονα ή άγριες φοβισμένες μάσκες -"πρόσωπα στρατιωτών", όπως ο ίδιος έλεγε. Λίγο αργότερα, στις 19 Ιανουαρίου του 1919, ξεκίνησε να γράφει και το ημερολόγιο του, προσπαθώντας να ελέγξει αυτό που του συνέβαινε ("Θέλω να γράψω πολύ, γιατί αισθάνομαι ότι θα καταστραφώ"[9]), αλλά και να πείσει τους άλλους ότι δεν ήταν τρελός, ότι είχε περάσει σε ένα ανώτερο επίπεδο αντίληψης και γνώσης. Πίστευε τώρα ότι οι ήταν ο θεός που καθοδηγούσε τις παράξενες συμπεριφορές του, ότι η ψυχή του είχε ενωθεί με το θεό ή ακόμη ότι ήταν και ο ίδιος θεός, ο "θεός Νιζίνσκι", και ότι είχε μια αποστολή να επιτελέσει, ένα σωτήριο μήνυμα να φέρει στους ανθρώπους: Για να μην υπάρχουν προβλήματα μεταξύ τους, για να σωθεί ο κόσμος από τον πόλεμο και την καταστροφή "οι άνθρωποι δεν έπρεπε να σκέφτονται αλλά να αισθάνονται". Οι άνθρωποι έπρεπε να επιστρέψουν στο συναίσθημα, δηλαδή στην αγάπη. Το ημερολόγιο θα ήταν το μέσο για να φτάσει το μήνυμα του παντού. Θα το τύπωνε σε βιβλίο ή, καλύτερα, θα το αντέγραφε σε πολλά αντίτυπα ή θα το φωτογράφιζε, "γιατί το χειρόγραφο είναι ζωντανό" και θα μετέδιδε άμεσα τη ζωή και το συναίσθημα σε όποιον το διάβαζε.

Σχέδιο του Νιζίνσκι. Χειμώνας του 1919
Τί είναι αυτές οι μάσκες, τον ρώτησε η Ρομόλα.
"Πρόσωπα στρατιωτών", απάντησε. "Είναι ο πόλεμος". (Ημ. Τετ., σ.31)


… και η προδιαγεγραμμένη ψυχιατρική πορεία

«Θα πάω τώρα… Περιμένω… Δεν θέλω…»

    Στις 4 Μαρτίου του 1919 η Ρομόλα μαζί με τον Νιζίνσκι, τη μητέρα της και τον πατριό της που είχαν κληθεί για ενίσχυση, αναχώρησαν για τη Ζυρίχη με σκοπό να επισκεφτούν τον Ευγένιο Μπλόυλερ, διευθυντή της Πανεπιστημιακής Ψυχιατρικής Κλινικής, ο οποίος το 1911 είχε επινοήσει τον όρο "σχιζοφρένεια". Ο Μπλόυλερ μετά από μια σύντομη εξέταση διέγνωσε "διανοητική σύγχυση σχιζοφρενικής μορφής με ελαφρά μανιακή διέγερση".[10] Θεώρησε την περίπτωση του Νιζίνσκι ανίατη, αν και πίστευε ότι θα μπορούσε για κάποιο διάστημα ακόμη να συνεχίσει να δουλεύει πάνω στις χορογραφίες του ζώντας σε ένα προστατευόμενο περιβάλλον, και συμβούλευσε τη Ρομόλα να τον χωρίσει. Η Ρομόλα και ο Νιζίνσκι επέστρεψαν στο ξενοδοχείο που είχαν καταλύσει, και ο Νιζίνσκι αφού καυγάδισε μαζί της κλείσθηκε στο δωμάτιο του αρνούμενος κάθε επικοινωνία. Την επομένη η αστυνομία άνοιξε δια της βίας την πόρτα και ο Νιζίνσκι αφέθηκε να οδηγηθεί χωρίς αντίσταση στην ψυχιατρική κλινική του Μπλόυλερ. Δύο μέρες αργότερα μεταφέρθηκε στο "σανατόριο" Μπελβύ (Bellevue), μια ιδιωτική κλινική που απευθυνόταν στην μεγαλοαστική τάξη της Ευρώπης και διηύθυνε ο Λούντβιχ Μπίνσβανγκερ, θεμελιωτής της υπαρξιακής ψυχοθεραπείας. 

    Παρά τις προσπάθειες του Μπίνσβανγκερ και των συνεργατών του, ο Νιζίνσκι αρνιόταν οποιαδήποτε συνεργασία. Προτιμούσε να παραμένει βουβός, κλεισμένος στον εαυτό του και ζητούσε από τη γυναίκα του να έρθει να τον ελευθερώσει. 'Είμαι λυπημένος, είμαι φυλακισμένος'. "Γιατί με έχουν κλειδωμένο; Γιατί τα παράθυρα είναι κλειστά; Γιατί δεν μ' αφήνουν ήσυχο;"[11] Η συμπεριφορά του από φοβισμένη και παθητική που ήταν τις πρώτες ημέρες άρχισε σταδιακά να γίνεται επιθετική και ιδιαίτερα βίαιη προς το προσωπικό της κλινικής με αποτέλεσμα να τον περιορίσουν σε "δωμάτιο απομόνωσης" κάνοντας του συνεχώς ζεστά μπάνια για να τον ηρεμήσουν και αυξάνοντας τις δόσεις των (δυνητικά παραισθησιογόνων) ηρεμιστικών που του χορηγούσαν. (Στην κλινική του Μπίνσβανγκερ αποφεύγονταν οι συνήθεις βίαιες περιοριστικές πρακτικές της ψυχιατρικής.) Η πρώτη αυτή νοσηλεία κράτησε περίπου τέσσερις μήνες. Τα επόμενα χρόνια ο Νιζίνσκι οδηγήθηκε αρκετές ακόμη φορές στην κλινική Bellevue ή σε άλλα ψυχιατρικά ιδρύματα με πρόσκαιρα και πενιχρά πάντα αποτελέσματα. 

    Το 1938 η Ρομόλα, απογοητευμένη από την αποτυχία των ψυχοθεραπευτικών παρεμβάσεων και τη συνεχιζόμενη άρνηση του Νιζίνσκι να συνεργασθεί με τους θεραπευτές του, ζήτησε τη βοήθεια του Μάνφρεντ Σάκελ, ο οποίος από το 1933 είχε εισαγάγει στην ψυχιατρική το ινσουλινικό σοκ ("θεραπεία με ινσουλινικό κώμα"[12]) -μια από τις πιο επικίνδυνες και βάρβαρες θεραπείες που οι ψυχίατροι επινόησαν, η οποία, όπως γνωρίζουμε σήμερα, προκαλούσε μόνιμες βλάβες στον εγκέφαλο των ασθενών παρόμοιες με αυτές της λοβοτομής. Ο Νιζίνσκι υπέστη συνολικά 228 (!) ινσουλινικά σοκ, πρώτα από τον Σάκελ και μετά από τον Μαξ Μύλλερ (Max Müller), διευθυντή μιας κρατικής ψυχιατρικής κλινικής στην οποίο μεταφέρθηκε γι' αυτόν τον σκοπό, με αποτέλεσμα να εξαλειφθεί οριστικά η όποια, έστω και ασθενής, ελπίδα ανάρρωσης είχε απομείνει ακόμη.[13] 

    Η τελευταία βίαιη νοσηλεία του έγινε το 1941 στην Βουδαπέστη όταν, μετά από μια νέα κρίση, οδηγήθηκε με ζουρλομανδύα αρχικά στο κρατικό ψυχιατρείο της πόλης και αργότερα σε ιδιωτική κλινική. Εκεί τον βρήκε τον επόμενο χρόνο η απόφαση των ναζιστικών κατοχικών αρχών να συγκεντρωθούν και να εκτελεστούν οι έγκλειστοι στα ψυχιατρεία. Η Ρομόλα όμως κατόρθωσε την τελευταία στιγμή να τον φυγαδεύσει και να τον κρύψει στα υπόγεια ενός μοναστηριού μέχρι την ημέρα που τα σοβιετικά στρατεύματα απελευθέρωσαν την πόλη. 

• • • • •

    Ο Νιζίνσκι πέθανε από νεφρική ανεπάρκεια στο Λονδίνο το 1950 σε ηλικία εξήντα χρονών. Από το 1919 δεν ξαναχόρεψε ποτέ, ούτε ξαναζωγράφισε ούτε έγραψε. Τί όμως τον οδήγησε στην έκπτωση και τη χρονιότητα; Τί οδηγεί στην χρονιότητα και την αναπηρία ακόμη και σήμερα ένα μεγάλο ποσοστό ανθρώπων που κάποια στιγμή της ζωής τους καταρρέουν ψυχικά; Είναι η ίδια η ασθένεια τους, όπως ισχυρίζεται η ψυχιατρική; Ή μήπως ευθύνεται, τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις αν όχι στις περισσότερες, και ο αδιέξοδος και συχνά αναπηριογόνος τρόπος αντιμετώπισης των πασχόντων, όπως ισχυριζόταν η αντιψυχιατρική ή όπως υποστηρίζουν σήμερα επιστήμονες και ερευνητές, όπως ο Ρόμπερτ Γουίτακερ, που στέκονται κριτικά απέναντι στο ιατρικό μοντέλο της ψυχικής οδύνης; Θα είχε άραγε ο Νιζινσκι, όπως και οποιαδήποτε άλλος στη θέση του, την ίδια μοίρα, την ίδια θλιβερή κατάληξη αν αφηνόταν να βιώσει την αρχική ψυχωτική κρίση του ανεμπόδιστα μέσα σε ένα ανεκτικό, μη-παρεμβατικό περιβάλλον, σαν αυτό που επικρατούσε στο Κίνγκσλεϋ Χωλ (Kingsley Hall) και στις άλλες θεραπευτικές κοινότητες της αντιψυχιατρικής ή σαν αυτό που επικρατεί σήμερα σε ορισμένες εναλλακτικές δομές "συνάντησης" με την τρέλα και την ψυχική οδύνη; [14] "Αν [ο τρελός] βρεθεί σε ένα πραγματικό ήρεμο και ειρηνικό περιβάλλον, αν αισθάνεται ασφαλής, θα μπορούσε να ξαναβρεί την αυτοσυνείδησή του", έγραφε ήδη τον 19ο αιώνα ο Τζων Τόμας Πέρσιβαλ (John Thomas Perceval), πρώην έγκλειστος και ό ίδιος σε φρενοκομείο της Αγγλίας. "Η αυθόρμητη ανάρρωση", συμπλήρωνε έναν αιώνα αργότερα ο ανθρωπολόγος Γκρέγκορυ Μπέιτσον (Gregory Bateson), "δεν έχει τίποτα το εκπληκτικό: είναι μόνον ο φυσικός επίλογος της διαδικασίας. Αυτό αντιθέτως που ζητά εξήγηση, είναι γιατί πολλοί δεν επανέρχονται […]. Μήπως είναι, επειδή αυτοί έρχονται αντιμέτωποι στην οικογένειά τους ή κατά τη διάρκεια της θεραπείας τους με συνθήκες τόσο λίγο κατάλληλες ή τόσο αφόρητες που ακόμη και η πιο πλούσια ψευδαισθησιακή εμπειρία να μην μπορεί να τους σώσει;" [15]

Ντίνος Χατζηαθανασίου    
 Χρήστος Μπελόπουλος     

----------------------------------

    Δείτε επίσης:


Leonora Carrington
Η εμπειρία της ψύχωσης
και του βίαιου εγκλεισμού

John Thomas Perceval
Αυτοβιογραφική μαρτυρία
από τον 19ο αιώνα

Emma Santos. Η αδιέξοδη
ψυχιατρική διαδρομή
και η αυτοχειρία



    Σημειώσεις και παραπομπές

1. Vaslav Nijinsky, Ημερολογιακά τετράδια [The diary of Vaslav Nijinsky - Unexpurgated edition], σελ. 86 & 91, εκδ. Άγρα, 2002.

2. Βιογραφικά στοιχεία

    Ο Βασλάβ Νιζίνσκι γεννήθηκε το 1890 στο Κίεβο από γονείς πολωνικής καταγωγής, χορευτές στο επάγγελμα, οι οποίοι υπήρξαν και οι πρώτοι του χοροδιδάσκαλοι. Από πολύ μικρός έδειξε τις εκπληκτικές χορευτικές ικανότητές του και σε ηλικία μόλις εννέα χρονών άρχισε να φοιτά στην Αυτοκρατορική Σχολή Χορού της Αγίας Πετρούπολης -πόλη στην οποία είχε εγκατασταθεί από τον προηγούμενο χρόνο η μητέρα του με τα τρία της παιδιά, όταν ο πατέρας εγκατέλειψε την οικογένεια. Το 1907, αμέσως μετά την αποφοίτησή του και πριν καν γίνει δεκαοχτώ χρονών, προσλήφθηκε ως κορυφαίος χορευτής στο Αυτοκρατορικό Μπαλέτο της πόλης.
    Την ίδια εποχή γνώρισε τον Πάβελ Λβοφ, έναν βαθύπλουτο τριαντάχρονο Ρώσο πρίγκιπα, με τον οποίο φαίνεται πως είχε την πρώτη του σεξουαλική εμπειρία. Μέσω του Λβοφ γνώρισε το 1908 τον Σεργκέι Ντιάγκιλεφ, σημαντικό παράγοντα της καλλιτεχνικής ζωής της Αγίας Πετρούπολης, ο οποίος τον προσέλαβε αμέσως (αφού πρώτα έκαναν έρωτα) στα "Ρωσικά Μπαλέτα", σχήμα που μόλις είχε ιδρύσει με σκοπό να κάνει γνωστό το ρωσικό μπαλέτο στο Παρίσι και την υπόλοιπη Ευρώπη. Ο Νιζίνσκι και ο Ντιάγκιλεφ παρέμειναν εραστές και συνεργάτες για σχεδόν μια πενταετία, μέσα στην οποία η φήμη των Ρωσικών Μπαλέτων και του Νιζίνσκι εξαπλώθηκε σε όλον τον κόσμο.[a]
    Οι σχέσεις τους διερράγησαν οριστικά το 2013, όταν ο Νιζίνσκι αποφάσισε ξαφνικά να παντρευτεί τη Ρομόλα, μια πλούσια νεαρή θαυμάστριά του, κόρη της διάσημης τότε Ουγγαρέζας ηθοποιού Αιμιλία Μάρκους, την οποία είχε γνωρίσει λίγες μόνο μέρες νωρίτερα πάνω στο πλοίο που μετέφερε τα Ρωσικά Μπαλέτα για μια περιοδεία στην Λατινική Αμερική.
 a. Όπως υποστηρίζει ο Πίτερ Όστβαλντ,[*] βιογράφος του Νιζίνσκι και καθηγητής ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, ο Νιζίνσκι παρά τις ομοφυλόφιλες εμπειρίες του ήταν "πρωτίστως ετεροφυλόφιλος": Όλες οι γνωστές ομοφυλόφιλες σχέσεις του συνδεόταν με επαγγελματικές ή υλικές ανταμοιβές (όπως φαίνεται να προκύπτει και από αυτά που ο ίδιος ο Νιζίνσκι γράφει στο ημερολόγιο του), ενώ του άρεσε, ακόμη και την εποχή που συζούσε ως ζευγάρι με τον Ντιάγκιλεφ στο Παρίσι, να αναζητά συχνά πόρνες, "νέες και όμορφες" και να συνευρίσκεται ερωτικά μαζί τους.
   (* Peter Ostwald, Nijinski, en saut dans la folie [Nijinsky, A leap into madness], Passage du Marais, 1995.)

Νιζίνσκι, "Χορεύτρια"
1917-1918

3. Το κυρίως ημερολόγιο είναι γραμμένο στα τρία πρώτα τετράδια. Το τέταρτο τετράδιο περιέχει δεκαέξι επιστολής που γράφτηκαν παράλληλα με τη σύνταξη του ημερολογίου και απευθύνονταν σε φίλους ή σε άλλα πρόσωπα που ο Νιζίνσκι είχε γνωρίσει κατά τη διάρκεια της καλλιτεχνικής του ζωής. Οι τελευταίες έξι "επιστολές", γραμμένες στα γαλλικά, παρατίθενται αμετάφραστες: Δεν είναι παρά μια διαδοχή λέξεων και νεολογισμών, ένα ηχητικό παιχνίδι με απροσπέλαστο για τον αναγνώστη νόημα.

4. Joan Acocella, "Εισαγωγή αγγλικής έκδοσης", Ημερολογιακά τετράδια, ό.π. 

5. Ημερολογιακά Τετράδια, σελ. 91, ό.π.
6. Ημερολογιακά Τετράδια, σελ. 239, ό.π.

7. Ο Στάσσικ, ο μεγαλύτερος αδελφός του Νιζίνσκι, έπεσε από τον τέταρτο όροφο μιας πολυκατοικίας όταν ήταν μικρός. Μετά το ατύχημα εμφάνισε διανοητική αναπηρία και στην εφηβεία του κλείσθηκε σε ψυχιατρικό άσυλο όπου και παρέμεινε μέχρι το θάνατό του.

8. Murray Jackson - Jeanne Magagna, Creativity and psychotic states in exceptional people, p. 40, Routledge, 2015.

9. Ημερολογιακά Τετράδια, σελ. 162, ό.π.

10. Peter Ostwald, Nijinski, en saut dans la folie p. 240, ό.π.

11.  Joan Acocella, "Εισαγωγή αγγλικής έκδοσης", Ημερολογιακά Τετράδια, σελ. 35, .ό.π.

12. Στους ασθενείς χορηγούσαν μεγάλες ποσότητες ινσουλίνης προκαλώντας υπογλυκαιμία που οδηγούσε σε κώμα. Μια από τις πιο επώδυνες άμεσες παρενέργειες αυτής της επικίνδυνης (και συχνά θανατηφόρας) μεθόδου ήταν η κρίση έντονου άγχους που βίωναν οι πάσχοντες κατά την έξοδο από το κώμα. Ωστόσο, οι ψυχίατροι της εποχής ερμήνευαν αυτές τις κρίσεις ως αναμφισβήτητο σημάδι καλυτέρευσης, επειδή στις δεκαετίες 1930 και 1940 επικρατούσε η άποψη ότι η έλλειψη άγχους ήταν χαρακτηριστικό σημάδι σχιζοφρένειας!
 ( Cyrielle Richard, Histoires insolites de la psychiatrie [Περίεργες ιστορίες της ψυχιατρικής], Éditions Ellipses, 2022.)

13. Τα πρώτα χρόνια η Ρομόλα ήλπιζε ότι ο Νιζίνσκι θα μπορούσε να επανέλθει με τη βοήθεια της ψυχοθεραπείας. Έτσι το 1920, όταν είχε πάει στη Βιέννη για να γεννήσει εκεί τη δεύτερη κόρη της παίρνοντας μαζί της και τον Νιζίνσκι, επισκέφθηκε τον Φρόυντ και τον Φερέντσι ζητώντας βοήθεια. Αμφότεροι αρνήθηκαν ευγενικά να εμπλακούν, επειδή την εποχή εκείνη δεν πίστευαν, σε αντίθεση με μεταγενέστερους ψυχαναλυτές, ότι η ψυχανάλυση ενδεικνυόταν για τη θεραπεία ψυχωτικών καταστάσεων.*
 (* Murray Jackson - Jeanne Magagna, Creativity and Psychotic States…, σελ.45, ό.π.)

14. Peter Lehmann & Peter Stastny, Αντί της ψυχιατρικής - Εναλλακτικά μοντέλα συνάντησης με τον ψυχικό πόνο [Statt Psychiatrie]. Εκδ. Νησίδες, 2012. 

15. Το απόσπασμα αναπαραγάγει, προσυπογράφοντάς το, ο Roland Laing (1967), στο βιβλίο του "Η πολιτική της εμπειρίας και το πουλί του παραδείσου" (εκδ. Καστανιώτη, 1977).

Ψυχο-ΑντιΜαχίες    


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου