Παρουσίαση του βιβλίου "Πως η κατάθλιψη έγινε επιδημία" του Γάλλου καθηγητή ψυχοφαρμακολογίας και εκδότη Philippe Pignarre
"Έχει δημιουργηθεί ένας μηχανισμός που κάνει κάθε άνθρωπο
που νιώθει αισθήματα θλίψης να αρχίσει να αναρωτιέται και να
θέλει να μάθει μήπως πρόκειται για την αρχή μιας κατάθλιψης."
(Philippe Pignarre[1], "Πως η κατάθλιψη έγινε επιδημία"[2])
 |
"Μελαγχολία" (1514) Άλμπρεχτ Ντύρερ |
Μέχρι τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1960 ο αριθμός των ανθρώπων που έπασχαν από κατάθλιψη ήταν ιδιαίτερα μικρός συγκρινόμενος με τα σημερινά δεδομένα. Το 1970, όπως γράφει ο
Φιλίπ Πινιάρ (Philippe Pignarre), υπήρχαν σ' όλο τον κόσμο εκατό εκατομμύρια άνθρωποι με κατάθλιψη. Τριάντα χρόνια μετά ήταν πάνω από ένα δισεκατομμύριο
[3], και σήμερα σίγουρα πολύ περισσότεροι. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του
Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (Π.Ο.Υ.) η κατάθλιψη είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της δημόσια υγείας, σχεδόν στο ίδιο επίπεδο με τις καρδιοαγγειακές παθήσεις. Πρόκειται δηλαδή για μια αληθινή "επιδημία", μόνο που η κατάθλιψη δεν είναι μεταδοτικό νόσημα.
Για την ερμηνεία του φαινομένου έχουν προταθεί διάφορες θέσεις, τις οποίες ο Φιλίπ Πινιάρ στο βιβλίο του "
Πως η κατάθλιψη έγινε επιδημία" θεωρεί ανεπαρκείς ή απορριπτέες. Η "επιδημία", υποστηρίζει ο ίδιος, είναι κυρίως δημιούργημα της ψευδο-βιολογικής ψυχιατρικής και της φαρμακοβιομηχανίας -με την απαραίτητη βέβαια "συνενοχή" των πασχόντων και της κοινωνίας γενικότερα.
Βιολογική θέση
Σύμφωνα με αυτήν, η επιδημία της κατάθλιψης είναι στην πραγματικότητα μια ψευδαίσθηση. Αιτία της κατάθλιψης είναι κάποια βιολογική ή γενετική προδιάθεση που καθιστά ορισμένους ανθρώπους περισσότερο ευάλωτους στις πιέσεις και της αντιξοότητες της ζωής. Κατά συνέπεια, το ποσοστό των ανθρώπων με κατάθλιψη ήταν πάντοτε περίπου το ίδιο σε όλες τις εποχές και σε όλες τις κοινωνίες. Αυτό που έχει αλλάξει στην σημερινή εποχή (στο δυτικό κόσμο) είναι ότι οι γιατροί διαθέτουν πλέον βελτιωμένα διαγνωστικά εργαλεία και έχουν εκπαιδευτεί κατάλληλα για να αναγνωρίζουν τα συμπτώματα της κατάθλιψης που άλλοτε περνούσαν απαρατήρητα. Η παραπάνω άποψη είναι στην πραγματικότητα ένας ψευδο-επιστημονικός μύθος: ουδέποτε μέχρι σήμερα έχει βρεθεί κάποιος βιολογικός ή γενετικός δείκτης της κατάθλιψης (ή οποιασδήποτε άλλης ψυχικής ασθένειας). Γι' αυτό άλλωστε και δεν υπάρχει καμιά βιολογική εξέταση, κανένα βιολογικό τεστ που να επιτρέπει τη διάγνωση της κατάθλιψης, και αυτή βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στην εξωτερική παρατήρηση του πάσχοντος και στα λεγόμενά του.
Ψυχολογική θέση
Η ψυχολογική (ψυχαναλυτική) θέση συσχετίζει την κατάθλιψη με την προσωπική οικογενειακή ιστορία των πασχόντων: Πρόωρες ή επαναλαμβανόμενες τραυματικές εμπειρίες κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας δεν επέτρεψαν σε ορισμένους ανθρώπους να δομήσουν μια ισχυρή προσωπικότητα ικανή να αντιμετωπίζει τις πιθανές απώλειες και τα πλήγματα της ενήλικης ζωής.
 |
"Γυναίκα Μελαγχολία" (1902) Πάμπλο Πικάσσο |
Η άποψη αυτή (που φαινόταν κυρίαρχη στο χώρο της ψυχιατρικής μέχρι τις αρχές περίπου της δεκαετίας του 1970, πριν παραγκωνισθεί οριστικά από βιολογίζουσες ή ψευδοβιολογικές απόψεις) δεν μπορεί πάντως, όπως επισημαίνει ο Φιλίπ Πινιάρ, να εξηγήσει τη μεγάλη αύξηση του ποσοστού των καταθλιπτικών, εκτός και αν δεχθούμε ότι έχει επίσης αυξηθεί δραματικά ο αριθμός των παιδιών που βιώνουν μια διαταραγμένη οικογενειακή ζωή -πράγμα που θα έπρεπε επίσης να αποδειχθεί. Η κατά τον Πινιάρ "ψυχαναλυτική" θέση, ακόμη και αν εντοπίζει την αιτία της κατάθλιψης, δεν μπορεί να εξηγήσει την επιδημία της κατάθλιψης ή, πιο συγκεκριμένα, την επιδημία των διαγνώσεων της κατάθλιψης στη σύγχρονη εποχή.
Κοινωνιολογική θέση
Η κοινωνιολογική θέση θεωρεί ότι η αύξηση των ποσοστών της κατάθλιψης είναι συνέπεια των συνεχώς επιδεινούμενων ψυχοπιεστικών συνθηκών διαβίωσης στις σύγχρονες κοινωνίες. Το ποσοστό των καταθλιπτικών αυξάνει επειδή αυξάνεται η δυστυχία και το στρες. Για τον Πινιάρ ούτε αυτή η άποψη είναι απόλυτα ικανοποιητική, τουλάχιστον έτσι απλά διατυπωμένη. Αποτελεί περισσότερο μια καταγγελία της κοινωνίας παρά μια εξήγηση της κατάθλιψης. Σίγουρα η αβεβαιότητα για το μέλλον, η οικονομική επισφάλεια, οι πιεστικές εργασιακές συνθήκες ή η ανεργία, η συρρίκνωση των οικογενειακών και των φιλικών δεσμών, η απώλεια σταθερών αναφορών επαυξάνουν την πίκρα, τη δυσφορία και τους φόβους των ανθρώπων. Δεν εξηγούν όμως άμεσα γιατί οι άνθρωποι στις δυτικές κοινωνίες έχουν την τάση να "ψυχολογιοποιούν" την οδύνη τους, να την αντιλαμβάνονται και την εκφράζουν με τη συμπτωματολογία της κατάθλιψης και όχι π.χ. με σωματοποίηση, όπως συμβαίνει σε προκαπιταλιστικές κοινωνίες ή ακόμη και σε αγροτικές κοινότητες του δυτικού κόσμου που εξακολουθούν όμως να διατηρούν μια στενή σχέση με τη θρησκεία.
Επιπλέον, η κοινωνιολογική θέση για να εξηγήσει γιατί δεν εμφανίζουν κατάθλιψη όλοι οι άνθρωποι πού βιώνουν τις ίδιες ακραίες στρεσογόνες καταστάσεις είναι υποχρεωμένη να επανεισαγάγει την ιδέα της ευαλωτότητας, δηλαδή της ψυχολογικής ή / και βιολογικής προδιάθεσης. Οι κοινωνικοί παράγοντες κινδυνεύουν έτσι να περιοριστούν στο ρόλο μάλλον του εκλυτικού αιτίου παρά της αιτιολογίας.
Για τον Φιλίπ Πινιάρ, αντίθετα, η αιτία της κατάθλιψη δεν είναι ενδογενής, δεν οφείλεται ούτε άμεσα ούτε έμμεσα σε εσωτερικούς παράγοντες, ψυχολογικούς ή βιολογικούς. Οι αιτίες τις κατάθλιψης είναι αποκλειστικά εξωτερικές. Αλλά για να κατανοήσουμε την συνεχή αύξηση των ποσοστών της κατάθλιψης στις τελευταίες δεκαετίες δεν αρκεί η αναφορά στο "στρεσογόνο" σημερινό κοινωνικό περιβάλλον. Χρειάζεται ένας επιπλέον παράγοντας, και αυτός δεν είναι άλλος από την ανακάλυψη των αντικαταθλιπτικών: Κάθε φορά που η φαρμακευτική βιομηχανία θέτει σε κυκλοφορία ένα καινούργιο αντικαταθλιπτικό που έχει λιγότερες παρενέργειες, ώστε να συνταγογραφείται με μεγαλύτερη ευκολία όχι μόνον από τους ψυχιάτρους αλλά και από τους γενικούς γιατρούς ή τους γυναικολόγους, οι διαγνώσεις της κατάθλιψης πολλαπλασιάζονται εκρηκτικά. Η επιδημία της κατάθλιψης είναι ένα δημιούργημα της φαρμακολογικής ή ψευδο-βιολογικής, όπως την αποκαλεί ο Πινιάρ, ψυχιατρικής.
Πως τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα δημιούργησαν την επιδημία της κατάθλιψης
Στα μέσα της δεκαετίας του 1960 ανακαλύφθηκε μια νέα κατηγορία φαρμάκων, ένα είδος "ψυχικών ενεργοποιητών". Τα φάρμακα αυτά (που έχουν την ιδιότητα να αυξάνουν τα επίπεδα ενέργειας, την όρεξη, την αντίδραση στα ερεθίσματα και να δημιουργούν ένα αίσθημα αισιοδοξίας) ονομάσθηκαν καταχρηστικά, όπως υποστηρίζει ο Βρετανός καθηγητής ψυχιατρικής και ψυχοφαρμακολογίας Ντέιβιντ Χήλυ (David Healy), αντικαταθλιπτικά.
Στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν ψυχοτρόπα φάρμακα εξειδικευμένα στην αντιμετώπιση μιας συγκεκριμένης ψυχικής ασθένειας. Η φαρμακευτική βιομηχανία, γράφει ο Πινιάρ
[4], γνωρίζει να φτιάχνει δύο μόνο τύπους ψυχοτρόπων φαρμάκων: τους ψυχικούς ενεργοποιητές και τα ηρεμιστικά τα οποία αντίθετα έχουν την ιδιότητα να ρίχνουν τα επίπεδα ζωτικότητας, και στα οποία περιλαμβάνονται οι βενζοδιαζεπίνες και τα νευροληπτικά (που επίσης καταχρηστικά έχουν ονομασθεί και αντιψυχωτικά).