Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κλινική και κριτική ψυχολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κλινική και κριτική ψυχολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ian Parker & David Pavón-Cuéllar: "Ψυχανάλυση και Επανάσταση" • Μανιφέστο για μια "κριτική ψυχανάλυση" (βιβλιοπαρουσίαση)

Μπορεί η ψυχανάλυση να αποτελέσει ένα όπλο κατά της εξουσίας
αντί να είναι ένα μέσο ψυχολογικοποίησης,
ένα ακόμη εργαλείο προσαρμογής και συμμόρφωσης;

Psychanalysis and Revolution

    Στο βιβλίο τους "Ψυχανάλυση και Επανάσταση",[1] ο Ίαν Πάρκερ (καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Λέστερ, λακανικός ψυχαναλυτής και μέλος της επαναστατικής-τροτσκιστικής οργάνωσης Anti-Capitalist Resistance) και ο Νταβίντ Παβόν Κουεγιάρ (μαρξιστής καθηγητής κοινωνικής ψυχολογίας και λακανικής ψυχανάλυσης στο Πανεπιστήμιο του Μιτσοακάν, στο Κεντρικό Μεξικό) ασκούν έντονη κριτική στην ψυχιατρική, την ψυχολογία, την ψυχοθεραπεία αλλά και την συμβατική-συντηρητική ψυχανάλυση, την ψυχανάλυση όπως αυτή ασκείται από την συντριπτική πλειοψηφία των σημερινών ψυχαναλυτών, υιοθετώντας τις κριτικές που έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί από την μαρξιστική αριστερά, την αντιψυχιατρική[2] και τα ριζοσπαστικά φεμινιστικά κινήματα. 

    Τα "ψ-επαγγέλματα", της ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπείας συμπεριλαμβανομένης, ακόμη και όταν εμφανίζονται με "ανθρωπιστικές" ή "μεταρρυθμιστικές" μεταμφιέσεις -και ίσως περισσότερο με αυτές-, δεν μπορούν παρά να λειτουργούν ως μηχανισμοί ελέγχου και τεχνικές προσαρμογής: Οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας, ανεξάρτητα από την πολιτική ταυτότητα που οι ίδιοι δηλώνουν, εκπαιδεύονται για να ανάγουν τα προβλήματα που προκαλούνται από την καταπίεση, την εκμετάλλευση, τις διακρίσεις, την αλλοτριωτική πραγματικότητα της σύγχρονης ζωής στο επίπεδο της ατομικής ψυχολογίας, αλλοτριώνοντας έτσι διπλά τους ανθρώπους που προσφεύγουν σ' αυτούς. Μας "θεραπεύουν" και μας "ενδυναμώνουν" όχι για να μπορέσουμε να αλλάξουμε τον κόσμο, αλλά για να μπορέσουμε να τον αντέξουμε όπως αυτός είναι, να πάψουμε να δυσφορούμε, να προσαρμοστούμε στην νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική πραγματικότητα, και αυτήν "την προσαρμογή που διαιωνίζει ό,τι μας καταπιέζει" είναι που οι ψυχίατροι και οι ψυχολόγοι αποκαλούν πολύ συχνά ψυχική υγεία. "Υπόσχονται μια θεραπεία της δυσφορίας σε έναν κόσμο δομικά οργανωμένο γύρω από την αλλοτρίωση." Υπόσχονται ν' αλλάξουν το άτομο για παραμείνουν τα πράγματα όπως ακριβώς είναι:
  
    Η ψυχιατρική, η ψυχολογία, η ψυχοθεραπεία, διαβάζουμε, "αυτά τα τρία στοιχεία του ψ-συμπλέγματος αυτό το πυκνό δίκτυο θεωριών και πρακτικών για το ανθρώπινο υποκείμενο που εγγυάται και ενισχύει την εξουσία υπό τον καπιταλισμό και την πατριαρχία, συνυφαίνεται σε μια παγκόσμια ιδεολογική διαδικασία ψυχολογικοποίησης, συμβάλλοντας στην προέλαση του ψυχολογικού εις βάρος του πολιτικού, του κοινωνικού και του πολιτισμικού […] Η ψυχολογικοποίηση, στις διάφορες ανταγωνιστικές πτυχές της, ανάγει τα ποικίλα πολιτισμικά, κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα σε ψυχολογικούς μηχανισμούς" (σελ. 202)· το πολιτικό από-πολιτικοποιείται, υποβιβάζεται στο ψυχολογικό, "στην προσωπικότητα, στον εσωτερικό κόσμο των υποκειμένων, στα ένστικτα, στα συμπλέγματα, στο φαντασιακό ή στην παθολογία".  Η ψυχιατρική και η ψυχολογία "επιτελούν ένα έργο διαχωρισμού, κλείνοντας τον καθένα από εμάς στη δική του προσωπική 'ασθένεια', κάνοντας μας να ξεχνάμε την κοινή προέλευση των δεινών μας".

Διαταραχή Παρατεταμένου Πένθους: Η παθολογικοποίηση του πένθους από το DSM-5-TR

Τζωρτζ Κλάουσεν (George Clausen), "Youth Mourning", 1916
Imperial War Museum

     Με την πρόσφατη, στα μέσα Μαρτίου 2022, ανανεωμένη έκδοση τού περιβόητου Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου των Ψυχικών Διαταραχών (DSM-5-TR), που κατασκευάζεται και εκδίδεται από την Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία, μια νέα ψυχική "ασθένεια" αμφιβόλου εγκυρότητας όπως και πολλές άλλες, η "Διαταραχή Παρατεταμένου Πένθους" ['Prolonged Grief Disorder'] ήρθε να προστεθεί επισήμως στις 400 και πλέον υπάρχουσες που καθιερώθηκαν με τις προηγούμενες εκδόσεις παθολογικοποιώντας έναν συνεχώς μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων στις δυτικές κοινωνίες. (βλέπε: Bruce Levine, "Επιδημία ψυχικών διαταραχών / Living in America will drive you insane") 

    Στο εξής, οποιοσδήποτε πενθεί ένα αγαπημένο του πρόσωπο για πάνω από 6 ή 12 μήνες και εξαιτίας τού πένθους του παρουσιάζει μειωμένη λειτουργικότητα στο σπίτι, στην εργασία ή στις κοινωνικές του υποχρεώσεις και συναναστροφές γίνεται ύποπτος ψυχικής ασθένειας. Με τα οριζόμενα από την Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία διαγνωστικά κριτήρια (μεταξύ των οποίων έντονος συναισθηματικός πόνος, θλίψη, πικρία ή οργή, μοναξιά, δυσκολία να ξαναβρείς  τους προηγούμενους ρυθμούς της ζωής, αίσθημα ότι η ζωή δεν έχει νόημα κ.τ.λ.) οι περισσότεροι άνθρωποι που πενθούν κινδυνεύουν να χαρακτηριστούν ψυχικά ασθενείς και να καταλήξουν καταναλωτές αχρείαστων ψυχιατρικών φαρμάκων. 

"Ευτυχιοκρατία"· νεοφιλελευθερισμός και θετική ψυχολογία

«Οι καπιταλιστές θέλουν ευχαριστημένους τους εργάτες και τις εργάτριες που εκμεταλλεύονται, όπως οι αγρότες θέλουν ευχαριστημένους τις αγελάδες τους!»
(Chris Harman, "Καπιταλισμός ζόμπι")

Ευτυχιοκρατία: Πως η βιομηχανία της ευτυχίας κυβερνά τη ζωή μας

     Για τον Μάρτιν Σέλιγκμαν[1], (ιδρυτή της θετικής ψυχολογίας, της "επιστήμης της ευτυχίας") και τους οπαδούς του, η θλίψη ή η δυστυχία που ενδεχομένως νιώθουμε δεν οφείλεται κατά κανόνα στις περιστάσεις της ζωής, στις αντιξοότητες και τις πιέσεις που υφιστάμεθα, αλλά στον υποκειμενικό τρόπο που τις προσλαμβάνουμε, στη "λανθασμένη" ή στην υπερβολική σημασία που τις προσδίδουμε. Δεν είναι αναγκαίο, λοιπόν, να προσπαθήσουμε να τις αλλάξουμε. "Η απόπειρα αλλαγής των εξωτερικών περιστάσεων, γράφει, αποδεικνύεται συνήθως μη πρακτικό και πολυδάπανο εγχείρημα". Αυτό που πραγματικά χρειάζεται και μπορούμε σίγουρα να αλλάξουμε, μας λένε οι οπαδοί της θετικής ψυχολογίας, είναι ο τρόπος που έχουμε μάθει να αντιδρούμε σ' αυτές, ο τρόπος που αφηνόμαστε να μας επηρεάζουν ψυχολογικά. Μπορούμε λοιπόν να εργαστούμε για την "αυτοβελτίωσή" μας, την "αυτομεταμόρφωσή" μας, την "ανάπτυξη της προσωπικότητας και της εσωτερικότητας" μας. Να αποκτήσουμε μεγαλύτερη "ψυχική ανθεκτικότητα", να "αποφεύγουμε τα αρνητικά συναισθήματα", να "σκεφτόμαστε θετικά". Να αναζητούμε τη θετική πλευρά οποιασδήποτε κατάστασης, όσο θλιβερής κι αν είναι, να χαμογελάμε ό,τι και αν μας συμβεί!

     "Ο λόγος περί ψυχικής ανθεκτικότητας και θετικότητας προάγει τον κονφορμισμό και νομιμοποιεί την ύπαρξη υπόρρητων ιεραρχιών και ιδεολογιών", σχολιάζουν η Έβα Ιλλούζ και ο Έντγκαρ Καμπάνας στο βιβλίο τους "Ευτυχιοκρατία".[2]  Αν και σε ορισμένες περιπτώσεις οι τεχνικές της θετικής ψυχολογίας ("η αναπλαισίωση του αρνητικού με όρους θετικότητας ή η επίδειξη μιας θετικής αυτοεικόνας") θα μπορούσαν ενδεχομένως να θεωρηθούν χρήσιμες για κάποιους ανθρώπους σε δύσκολες στιγμές, "ο λόγος περί θετικότητας είναι προβληματικός", σημειώνουν οι συγγραφείς, επειδή -και αυτό συμβαίνει τις περισσότερες φορές- μετακυλίει στους ανθρώπους την ευθύνη για τις κακοτυχίες και τις αντικειμενικές τους αδυναμίες· η ευτυχία, όπως και η δυστυχία, παρουσιάζονται ως ζητήματα προσωπικής επιλογής και, συνεπώς, "όσοι επιλέγουν να μην παίξουν το παιχνίδι της χαράς προκαλούν την υπόνοια ότι επιθυμούν την κακοτυχία τους" και, άρα, είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι γι' αυτήν. 

Peter Breggin: Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας. Μια απατηλή και επιβλαβής για το παιδί διάγνωση

Η χορήγηση ψυχοφαρμάκων σε παιδιά για τη ΔΕΠ-Υ έχει καταστεί σήμερα αληθινή επιδημία. Από το 2007 έως το 2011 σε πάνω από πέντε εκατομμύρια παιδιά στις ΗΠΑ, δηλαδή στο 9,5%, δόθηκε η διάγνωση της ΔΕΠ-Υ (Διαταραχή ελλειμματικής προσοχής - υπερκινητικότητας)· και σε περίπου 2,8 εκατομμύρια συνταγογραφήθηκε ένα διεγερτικό φάρμακο μόνον μέσα στο 2008.[1] 

     Ωστόσο, η διάγνωση της ΔΕΠ-Υ δεν είναι μια έγκυρη βιολογική ή ψυχολογική διαταραχή. Τα διαγνωστικά της κριτήρια, όπως ορίζονται στην έκδοση τού 2000 τού "Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου των Ψυχικών Διαταραχών", είναι απλά μια λίστα συμπεριφορών που εκδηλώνονται μέσα στην σχολική τάξη:
 - "κινεί νευρικά χέρια και πόδια", "σηκώνεται από τη θέση του", "μιλά υπερβολικά (υπερικινητικότητα)·
 - "ξεστομίζει απερίσκεπτα απαντήσεις", "διακόπτει τους άλλους" (παρορμητικότητα
 - "κάνει λάθη απροσεξίας στο σχολείο", "διασπάται εύκολα η προσοχή του", "ξεχνά" (απροσεξία ).

     Όλα τα παραπάνω δεν είναι παρά αυθόρμητες συμπεριφορές φυσιολογικών παιδιών.

     Όταν οι συμπεριφορές αυτές αρχίζουν να γίνονται μη-συμβατές με την ηλικία τού παιδιού, υπερβολικές ή διαταρακτικές, οι πιθανές αιτίες είναι πάρα πολλές: Βαρεμάρα, χαμηλής ποιότητας διδασκαλία, ασυνεπής διαπαιδαγώγηση στο σπίτι, κούραση ή κάποια υποκείμενη σωματική ασθένεια. Παιδιά που υποφέρουν από εκφοβισμό, κακομεταχείριση ή ψυχολογική πίεση μπορούν επίσης να εμφανίσουν τις παραπάνω συμπεριφορές σε υπερβολικό βαθμό. Δίνοντας τους τη διάγνωση της ΔΕΠ-Υ δείχνουμε αδιαφορία και σταματούμε να αναζητούμε το τι πραγματικά συμβαίνει με το παιδί: Η ΔΕΠ-Υ είναι σχεδόν πάντοτε μια "Διαταραχή Προσοχής του Δασκάλου" ή μια "Διαταραχή Προσοχής των Γονέων". Αυτό που στην πραγματικότητα έχουν ανάγκη αυτά τα παιδιά είναι να δώσουν οι ενήλικες μεγαλύτερη προσοχή στη ζωή τους . 

• • • • •

Το τεστ του Ρόρσαχ ανάμεσα στην τέχνη και την ψυχολογία - A. Η ερμηνεία τυχαίων μορφών και ο ρόλος της συμμετρίας

Κηλίδες μελάνης παρόμοιες με αυτές του τεστ τού Ρόρσαχ

    1. Συνοπτική περιγραφή του Ρόρσαχ


«Δεν προτείνουμε το Ρόρσαχ σε ένα άτομο για να το κάνουμε να πει αυτό που δεν θέλει να πει, αλλά για να του δώσουμε την ευκαιρία να εκφράσει αυτό που δεν μπορεί να πει με άλλον τρόπο, να εκφράσει τις στιγμές της οδύνης του, τις κρυφές του αδυναμίες, αλλά και τη διαθεσιμότητά του, τις δυνατότητες ανάκαμψης, τις πιθανότητες απεγκλωβισμού του.»
(Νίνα Ρως ντε Τρωμπενμπεργκ)
[1]
 
    Η προβολική[2] δοκιμασία Ρόρσαχ, το πιο γνωστό από τα ψυχολογικά τεστ για τον οποίο έχουν γραφεί χιλιάδες επιστημονικά άρθρα και δεκάδες βιβλία, δημιουργήθηκε το 1921 από τον Ελβετό ψυχίατρο και ιδρυτικό μέλος της Ελβετικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας Χέρμαν Ρόρσαχ (Hermann Rorschach, 1884-1922)
 
    Αποτελείται από δέκα καρτέλες πάνω στις οποίες έχουν τυπωθεί σε λευκό φόντο συμμετρικές ως προς ένα κάθετο άξονα γκριζόμαυρες, μαυροκόκκινες ή πολύχρωμες κηλίδες μελάνης. Οι κηλίδες έχουν σχηματιστεί με τρόπο "τυχαίο"[3] (ρίχνοντας σταγόνες μελάνης πάνω σε μια λευκή κόλλα χαρτιού, διπλώνοντάς το στην μέση και ξανανοίγοντας το), και ο εξεταζόμενος καλείται να ερμηνεύσει τα ασαφή και διφορούμενα σχήματα λέγοντας "τί βλέπει" ή "τί θα μπορούσε να ήταν" αυτό που παρατηρεί. Στο σχηματισμό της κάθε απάντησής του (ή, καλύτερα, της "ερμηνείας" του) συμμετέχουν ταυτόχρονα αντιληπτικοί και προβολικοί μηχανισμοί: τα μορφικά και χρωματικά χαρακτηριστικά της κηλίδας, τα μνημονικά ίχνη και η φαντασία του.  
 
    Για κάθε απάντηση-ερμηνεία σημειώνεται αν αυτή αναφέρεται στο σύνολο ή σε κάποια λεπτομέρεια της μελανοκηλίδας, αν ο σχηματισμός της επηρεάζεται κυρίως από μορφικούς ή από χρωματικούς παράγοντες, ή από κάποιον συνδυασμό τους, ή ακόμη από τη διαισθητική αντίληψη κάποιας κίνησης (παράδειγμα, "ένας άνθρωπος που χορεύει). Σημειώνεται, επίσης, σε ποιο θεματικό είδος η κάθε απάντηση ανήκει (ανθρώπινες μορφές, πρόσωπα, ζώα, φυτά, κ.τ.λ.). Εν συνεχεία υπολογίζεται ο αριθμός ή το ποσοστό των απαντήσεων της κάθε κατηγορίας (για παράδειγμα, ποσοστό απαντήσεων που αναφέρονται στο σύνολο της κηλίδας, ποσοστό απαντήσεων που βασίζονται κυρίως στο χρώμα, ποσοστό απαντήσεων με ανθρώπινες μορφές ή μορφές ζώων. κ.τ.λ. ), και κατά πόσον οι αριθμοί ή τα ποσοστά αυτά συγκλίνουν με τα αντίστοιχα ποσοστά του "φυσιολογικού" πληθυσμού ή μιας ορισμένης ψυχοπαθολογικής ομάδας, αν το ρόρσαχ έχει χορηγηθεί στο πλαίσιο μιας διαφοροδιαγνωστικής εξέτασης. Το ιδιαίτερο περιεχόμενο της κάθε απάντησης, όπως και η σειρά των διαδοχικών απαντήσεων στην ίδια καρτέλα ή ακόμη και το υποτιθέμενο "παγκόσμιο" συμβολικό περιεχόμενο τής κάθε μελανοκηλίδας, λαμβάνονται επιπροσθέτως υπ' όψιν από φαινομενολογικού ή ψυχαναλυτικού τύπου προσεγγίσεις ("σχολές") του Ρόρσαχ.[4] 

Η πρώτη καρτέλα του Ρόρσαχ


Ian Hacking: Αυτισμός. Τί ξέρουμε; Τί πρέπει να μάθουμε; Τί μπορούμε να περιμένουμε;

Μια συνοπτική εισαγωγή στα θέματα του αυτισμού από τον Ίαν Χάκινγκ[1]

Τίτλος πρωτοτύπου· "What is Tom saying to Maureen?". Κείμενο γραμμένο με την ευκαιρία της έκδοσης των βιβλίων "The science and fiction of autism" της Laura Schreibman και "Send in the idiots, or how we grew to understand the world" του Kamran Nazeer.[2]  *

 Donna Williams, "Το αουτσάιντερ"

 
 

    Το μυστήριο του παιδιού που είναι 'απόν'

    Ο αυτισμός είναι χωρίς αμφιβολία μια οδυνηρή κατάσταση, μια οδυνηρή εμπειρία για όλη την οικογένεια. Υπάρχουν φυσικά, εκτός από τον αυτισμό, και πολλά άλλα πολύ σοβαρά προβλήματα από τα οποία υποφέρουν πολλά παιδιά -και μερικά μάλιστα θα γεννηθούν μέσα σε αφόρητους πόνους που ίσως δεν θα μπορέσουμε ποτέ να ανακουφίσουμε. Όμως, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις εξακολουθεί να υπάρχει πάντα εκεί ένα παιδί, ένα παιδί που δηλώνει "παρόν". Αντίθετα, ένα αυτιστικό παιδί -και μιλώ εδώ αποκλειστικά για αυτό που ονομάζεται πυρηνικός ή κλασικός αυτισμός- δεν είναι κατά κάποιο τρόπο παρόν. Nobody Nowhere ['κανείς πουθενά'] είναι ο τίτλος της αυτοβιογραφίας τής [αυτιστικής συγγραφέως] Ντόνα Ουίλιαμς (Donna Williams) που εκδόθηκε το 1992.[3] 

    Αυτός (γιατί συνήθως πρόκειται για ένα αγόρι τις περισσότερες φορές σε καλή φυσική κατάσταση -χωρίς να ξεχνάμε βέβαια και την πιθανότητα να συνυπάρχουν σε κάποιες περιπτώσεις και άλλα προβλήματα) δεν ανταποκρίνεται όταν επιζητούμε την προσοχή του. Δεν είναι μόνον ότι δεν μαθαίνει να μιλά παρά μόνον με πολλά χρόνια καθυστέρηση και με πολλές ελλείψεις. Είναι και το ότι δεν εκφράζει συναίσθημα, δεν επιζητεί χάδια κι αγκαλιές. Ασχολείται εμμονικά με αντικείμενα και την τακτοποίηση τους, αλλά δεν παίζει με αναγνωρίσιμο τρόπο με τα παιχνίδια του [δεν φαίνεται δηλαδή να διασκεδάζει με αυτά], και σίγουρα δεν παίζει ποτέ με τα άλλα παιδιά. Επαναλαμβάνει επίμονα κάποια πράγματα που έχετε πει. Χωρίς να τα καταλαβαίνει. Εμφανίζει θυμούς, ασυνήθιστα βίαιους, κραυγάζοντας, χτυπώντας, δαγκώνοντας, σπάζοντας. Θυμούς που εναλλάσσονται με διαστήματα ήρεμης τρυφερότητας, κάποιες φορές ίσως ακόμη και ένα χαμόγελο -που όμως δεν απευθύνεται πραγματικά σε σας. Το βαριάς μορφής σύνδρομο Ντάουν είναι επίσης μια αρκετά δυσάρεστη κατάσταση, αλλά παρ' όλες τις φυσικές και γνωστικές δυσκολίες υπάρχει εδώ ένα μικρό στοργικό παιδί. Το τρομερό με τον κλασικό αυτισμό είναι ότι το παιδί σας είναι σαν ένας ξένος. Γι' αυτό οι γονείς που οδηγούν το αυτιστικό τους παιδί μέχρι την ενηλικίωση, που δημιουργούν ένα ανθρώπινο πλάσμα ικανό για στοργή, που μπορεί να αντισταθμίζει μέχρι ενός σημείου τα ελλείμματά του, που μπορεί να ζήσει με αξιοπρέπεια και να βρει ίσως και μια ταπεινή αλλά σεβαστή εργασία, αυτοί οι γονείς φαντάζουν στα μάτια μου σαν ήρωες.

    Πολλοί γονείς θα έχουν σίγουρα θυμώσει με αυτά που γράφω. "Δεν είναι καθόλου έτσι, θα σκεφτούν. Ο Πήτερ μας είναι το πιο αξιολάτρευτο μικρό αγόρι. Κατανοούμε την ανάγκη του να είναι τα πάντα τέλεια και ξέρουμε ότι δυσκολεύεται να παίξει με τα άλλα παιδιά. Είναι κρίμα που δεν μπορούμε να βγαίνουμε συχνά έξω μαζί του, γιατί αναστατώνεται και οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν. Αλλά ο παππούς και η γιαγιά του τον λατρεύουν. Σύντομα θα μάθει και να μιλά. Έχει κάνει πολλές προόδους -παρόλο που είναι ένας αυτιστικός."  Σίγουρα, βοηθά πολύ να έχεις μια λέξη ("αυτιστικός") για να ονομάσεις το ανεξήγητο, να μπορείς επίσης να συναντάς άλλες οικογένειες με παρόμοια προβλήματα, να έχεις τη στήριξη των κοινωνικών υπηρεσιών και των ειδικών σχολείων. Το να μεγαλώνεις ένα παιδί με βαρύ αυτισμό είναι σήμερα πιο εύκολο απ' ό,τι ήταν άλλοτε, αλλά εξακολουθεί πάντα να απαιτεί πολύ κουράγιο και μεγάλη επιμονή. 

    Τί γνωρίζουμε

    Η Λώρα Σράιμπμαν (Laura Schreibman) διευθύνει το Πρόγραμμα Έρευνας για τον Αυτισμό τού Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας, στο Σαν Ντιέγκο. Έχοντας ασχοληθεί πολλά χρόνια με την φροντίδα και τη μελέτη αυτιστικών παιδιών και των οικογενειών τους γνωρίζει πολύ καλά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν. Το βιβλίο της είναι σίγουρα ένα από τα καλύτερα διαθέσιμα εγχειρίδια για όσους βρίσκονται κοντά σε κάποιο αυτιστικό παιδί και επιθυμούν να μάθουν περισσότερα για το πρόβλημα. Απευθύνεται κυρίως σε αυτούς που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή. 

    Τί γνωρίζουμε; Τί πρέπει να μάθουμε; Τί μπορούμε να ελπίζουμε; Αυτά τα ερωτήματα απασχολούν όλους όσους έχει αγγίξει ο αυτισμός, το αυτιστικό άτομο, την οικογένεια και τους φίλους τους. Η Σράιμπμαν έκανε ό,τι μπορούσε για να τους προσφέρει κάποιες απαντήσεις. Τί λοιπόν ξέρουμε; Όχι και πολλά πράγματα! Υπάρχουν βέβαια πολλοί που ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν πάρα πολλά για τον αυτισμό, αλλά οι προτάσεις τους για το πώς μπορούμε να τον αντιμετωπίσουμε είναι τελείως ασυμβίβαστες μεταξύ τους. Και ακόμη χειρότερα, πολλοί προσφέρουν ψευδείς ελπίδες. Και όλοι αυτοί οι ειδικοί και οι ειδήμονες φιλονικούν και αλληλοαπεχθάνονται. Ποιόν λοιπόν να εμπιστευτείς; Η Σράιμπμαν περιγράφει στο βιβλίο της όλες σχεδόν τις θεωρίες που υπάρχουν, και μέχρι ποιο βαθμό η κάθε προτεινόμενη θεραπεία έχει αποδειχθεί, ή όχι, αποτελεσματική. Καταγγέλλει επίσης χωρίς περιστροφές αυτά τα οποία η ίδια θεωρεί καθαρά αποκυήματα φαντασίας, και είναι κατηγορηματική για το παρόν επίπεδο τής άγνοιάς μας. 

Γνωστικά και συναισθηματικά προβλήματα που σχετίζονται με την υπερβολική έκθεση των μικρών παιδιών στις ηλεκτρονικές οθόνες. Μια συνέντευξη με τον καθηγητή παιδοψυχιατρικής Daniel Marcelli

    1. Είστε στρατευμένος στη "Συλλογικότητα ενάντια στην υπερέκθεση σε οθόνες" και ανησυχείτε μαζί με άλλους εξειδικευμένους επαγγελματίες  για τις αρνητικές συνέπειες της έκθεσης των πολύ μικρών παιδιών στις ηλεκτρονικές οθόνες κάθε είδους. Τί έχετε διαπιστώσει

     ̶  Αυτό που έχω διαπιστώσει μέσα από την πρακτική μου και μου έχει επίσης αναφερθεί από τους συναδέλφους μου αλλά και από λογοθεραπευτές, γενικούς γιατρούς και εργαζομένους σε παιδικούς σταθμούς… είναι η ανησυχητική αύξηση -θα έλεγα σχεδόν κατακόρυφη- ενός συνόλου διαταραχών τριών τάξεων. Πρώτα απ' όλα, παρατηρούμε δυσκολίες προσοχής και συγκέντρωσης, κινητική διέγερση και συναισθηματική αστάθεια, ιδιαίτερα έντονη στα πολύ μικρά παιδιά. Κατά δεύτερο λόγο διαπιστώνουμε γλωσσικές διαταραχές: καθυστέρηση λόγου, καθυστέρηση λεξιλογίου και "μηχανική προσωδία" (τα παιδιά απαγγέλλουν λέξεις που δεν καταλαβαίνουν). Κατά τρίτον, διαταραχές σχέσης, παιδιά κλεισμένα στον εαυτό τους, "στην αποστειρωμένη τους φούσκα", με επιθετικές συχνά συμπεριφορές απέναντι σε πρόσωπα και αντικείμενα. Σε κάποιες περιπτώσεις κυριαρχούν τα συμπτώματα της μιας ή της άλλης τάξης, σε κάποιες άλλες είναι εξίσου παρόντα τα συμπτώματα και των τριών τάξεων μαζί. Παρατηρούμε επίσης δυσκολίες με τις λεπτές κινητικές δεξιότητες. Εξετάζοντας το πρόβλημα διαπιστώσαμε ότι ένας εντυπωσιακά μεγάλος αριθμός των παιδιών αυτών, μεταξύ έξι μηνών και δύο - τριών χρόνων, ήταν από πολύ νωρίς και για πάρα πολύ χρόνο καθημερινά εκτεθειμένα σε κάποια οθόνη. Ονομάσαμε αυτήν τη διαταραχή Πρόωρη και υπερβολική έκθεση σε οθόνες [Exposition Précoce et Excessive aux Écrans / EPEE].

    2. Μπορείτε να μας περιγράψετε περισσότερο αυτήν την "καινούργια" νευρο-αναπτυξιακή διαταραχή που μόλις ονομάσετε; 

     ̶  Αυτός ο όρος έχει προταθεί για να περιγράψει ό,τι μερικοί επαγγελματίες αποκαλούν συμπτώματα αυτιστικής μορφής ή "εικονικό αυτισμό". Θεωρούμε ότι είναι λάθος να χρησιμοποιούμε αυτού τού είδους την ορολογία επειδή θίγει τους γονείς των παιδιών. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι οι οθόνες που δημιουργούν τις διαταραχές. Και αυτό που παρατηρούμε εδώ οφείλει να ξεχωριστεί από τον αυτισμό, ακόμη και αν οι κλίμακες αξιολόγησης κατατάσσουν τα παιδιά αυτά στη ζώνη του "αυτιστικού φάσματος". 

    Ιδιαίτερα για τα παιδιά μεταξύ έξι μηνών και τριών χρόνων, οι συνέπειες της υπερέκθεσης σε οθόνες είναι πάρα πολύ σημαντική, επειδή σε αυτήν την ηλικία η λειτουργία της προσοχής αναπτύσσεται με την αλληλοεπίδραση. Το ίδιο συμβαίνει και με τον αλληλεπιδραστικό συγχρονισμό τον οποίον οι οθόνες παρεμποδίζουν. Η παρουσία των οθονών διαταράσσει το περιβάλλον του μικρού παιδιού. Οι γονείς απορροφημένοι από τις οθόνες τους δεν ανταποκρίνονται άμεσα στα αιτήματα των παιδιών, και το παιδί επιθυμεί αυτό το αντικείμενο που μοιάζει τόσο ενδιαφέρον για τον γονιό του! 

Η περίπτωση Haitzmann. "Μια διαβολική νεύρωση τον 17ο αιώνα"

"Άσκηση" εφαρμοσμένης ψυχανάλυσης από τον Σ. Φρόυντ          


    Η μελέτη του Φρόυντ "Μια διαβολική νεύρωση τον 17ο αιώνα" δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 1923 στην ψυχαναλυτική επιθεώρηση Imago.[1] Στο κείμενό του ο Φρόυντ περιέγραφε και ανέλυε την περίπτωση ενός Βαυαρού ζωγράφου ονόματι Κρίστοφ Χάιτζμαν (Christoph Haitzmann, 1651[;]-1700), ο οποίος κατεχόμενος από τον Διάβολο λυτρώθηκε "εκ θαύματος" με προσευχές και διαδοχικούς εξορκισμούς στο μοναστήρι του Μαρίατσελ της Αυστρίας εν έτεσι 1677 και 1678.[2] Για τον Φρόυντ, όπως και για τη γαλλική ψυχιατρική σχολή του Σαρκό, οι δαιμονοπληξίες, οι καταστάσεις δαιμονικής κατάληψης και έκστασης των αλλοτινών εποχών αντιστοιχούν στις νευρώσεις της σύγχρονης εποχής: Είναι νευρώσεις με «δαιμονολογικό μανδύα», και οι "δαίμονες" οι προβεβλημένες στον εξωτερικό κόσμο μη-αποδεκτές επιθυμίες, οι "κακές" επιθυμίες, «τα αποκυήματα απορριφθεισών, μετατοπισμένων ενορμητικών διακινήσεων». ("Μια διαβολική νεύρωση...", εκδ. Opportuna, σελ. 10)

Christoph Haitzmann
(Ο Διάβολος με το δουκάτο) [3]
    Ο Φρόυντ άρχισε να ασχολείται με την περίπτωση του Χάιτζμαν το 1922 όταν ήλθε στην κατοχή του αντίγραφο ενός χειρογράφου των αρχών του 18ου αιώνα που φυλάσσονταν στη Εθνική Βιβλιοθήκη της Βιέννης. Το χειρόγραφο, με τίτλο "Trophæum Mariano-Cellense" [Το τρόπαιο της Παρθένου Μαρίας του Τσελ], είχε δημιουργηθεί από έναν Βενεδικτίνο μοναχό λίγες δεκαετίας μετά από την εποχή των εξιστορούμενων συμβάντων, και συμπεριλαμβάνονταν σ' αυτό οι επιστολές και οι αναφορές των ιερωμένων που είχαν συναντήσει και βοηθήσει τον Χάιτζμαν, ένα εκτενές απόσπασμα από το προσωπικό ημερολόγιο του ζωγράφου στο οποίο περιέγραφε τα οράματα και τις φαντασιώσεις του, καθώς και πιστά αντίγραφα εννιά έργων ζωγραφικής του στα οποία απεικονίζονται οι εμφανίσεις του Διαβόλου: Ένας πλήρης φάκελος!

    Στις περισσότερες ζωγραφιές ο Διάβολος εμφανίζεται γυμνός ή σχεδόν γυμνός με μεικτά, αρσενικά και θηλυκά, χαρακτηριστικά: νύχια αετού, κέρατα, ουρά, υπερμέγεθες πέος-φίδι (σε μια από τις ζωγραφιές) αλλά και μεγάλους διογκωμένους γυναικείους μαστούς -στοιχείο που θα λάβει ιδιαίτερα υπόψη του ο Φρόυντ στην ερμηνεία της "δαιμονολογικής νεύρωσης" του Χάιτζμαν.

Αντικαταθλιπτικά και αυτοκτονικότητα. Τα αντικαταθλιπτικά αυξάνουν -κατά 2,5 φορές- τον κίνδυνο αυτοκτονίας στους πάσχοντες από μείζονα κατάθλιψη!

"Η αυτοκτονία του Τόμας Τσάτερτον" (1856)
Χένρυ Ουάλις (Henry Wallis)
Μουσείο και Πινακοθήκη του Μπέρμιγχαμ

    Σύμφωνα με νεότερη έρευνα που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Psychotherapy and Psychosomatics τον Ιούνιο του 2019,[1] το ποσοστό των ενήλικων πασχόντων από μείζονα κατάθλιψη που αυτοκτονούν ή αποπειρώνται να αυτοκτονήσουν ενώ βρίσκονται ήδη υπό αντικαταθλιπτική αγωγή είναι σχεδόν 2,5 φορές υψηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό πασχόντων που λαμβάνουν απλώς και μόνο πλασέμπο (δηλαδή εικονικό φάρμακο χωρίς δραστική φαρμακευτική ουσία). Η έρευνα που διεξήχθη από τον Μίχαελ Χενγκάρτνερ (Michael P. Hengartner) από το Πανεπιστήμιο Εφηρμοσμένων Επιστημών της Ζυρίχης και τον Μάρτιν Πλοέντερλ (Martin Plöderl) από το Ιατρικό Πανεπιστήμιο Παράκελσος του Σαλτσβούργου επιβεβαιώνει τα αποτελέσματα παλαιότερων ερευνών, όπως αυτή που διεξήγαγε στις αρχές της δεκαετίας του 2000 ο καθηγητής ψυχιατρικής και ψυχοφαρμακολογίας του Πανεπιστημίου του Μπάνγκορ Ντέβιντ Χίλι (David Healy).[2]
• • • • •

   Η διαμάχη μεταξύ των επιστημόνων για το αν και κατά πόσο τα αντικαταθλιπτικά, και ιδιαίτερα τα αντικαταθλιπτικά που ανήκουν στην κατηγορία των "εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης της σεροτονίνης" (SSRI), αυξάνουν αντί να μειώνουν την αυτοκτονικότητα των πασχόντων ξεκίνησε λίγα μόνον χρόνια αφότου το πρώτο φάρμακο της κατηγορίας αυτής, το περίφημο Πρόζακ -που στην Ελλάδα κυκλοφορεί με την εμπορική ονομασία Λαντόζ, δραστική ουσία φλουοξετίνη-, έλαβε το 1987 άδεια κυκλοφορίας ως αντικαταθλιπτικό από τον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ. (Προηγουμένως είχε προηγηθεί στην Ευρώπη η έγκριση ως αντικαταθλιπτικού του Zelmid [ζιμελιδίνη], ενός άλλου εκλεκτικού αναστολέα επαναπρόσληψης της σεροτονίνης που κατασκεύαζε η σουηδική φαρμακοβιομηχανία Astra, το οποίο όμως αποσύρθηκε πολύ γρήγορα λόγω των σοβαρών και ενίοτε θανατηφόρων παρενεργειών του.)

    Το 1990, τρία μόλις χρόνια μετά την κυκλοφορία του Πρόζακ, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό American Journal of Psychiatry ένα άρθρο των Μάρτιν Τάιχερ (Martin Teicher) και Τζόναθαν Κολ (Jonathan Cole), ψυχιάτρων στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, στο οποίο περιέγραφαν την εμφάνιση σκέψεων αυτοκτονίας και αυτοκτονικών τάσεων σε έξι καταθλιπτικούς ασθενείς λίγο μετά την έναρξη της θεραπείας τους με φλουοξετίνη (Πρόζακ). Οι αυτοκτονικές τάσεις υποχωρούσαν με τη διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής και επανεμφανιζόταν με την επανέναρξή της, ενώ ήταν ανεξάρτητες από τον βαθμό της κατάθλιψης.[3] Παρόμοιες κλινικές παρατηρήσεις που έκαναν λόγο για συμπτώματα έντονης ανησυχίας, ακαθησίας, ευερεθιστότητας, παρορμητικότητας και αυτοκτονικών ή βίαιων συμπεριφορών σε ασθενείς που λάμβαναν φλουοξετίνη δημοσιεύτηκαν και από άλλους ερευνητές τις επόμενες χρονιές (το 1991 και 1992 στα περιοδικά Journal of Clinical Psychiatry και Archives of General Psychiary) ξεκινώντας έτσι τη συζήτηση και διαμάχη για την ενδεχόμενη θανατηφόρα επικινδυνότητα των εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης της σεροτονίνης που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.[4]

Η μείωση της "ενσυναίσθησης" του πόνου και της οδύνης ως παρενέργεια των αντικαταθλιπτικών


Έντβαρντ Μουνκ, "Γυμνή γυναίκα που κλαίει" ("Θρήνος"), 1913-14
Μουσείο Μουνκ, Όσλο (Munchmuseet)
Εικόνες της τρέλας και της μελαγχολίας

    Οι ενδεχόμενες παρενέργειες των αντικαταθλιπτικών -ιδιαίτερα σοβαρές και επικίνδυνες σε παιδιά, εφήβους και νέους ενήλικες- είναι γνωστές εδώ και πολύ καιρό και δεν αμφισβητούνται πλέον ούτε από τις φαρμακευτικές εταιρείες, οι οποίες έχουν άλλωστε αναγκαστεί να αποζημιώσουν με μεγάλα χρηματικά ποσά θύματά τους που προσέφυγαν στη δικαιοσύνη των ΗΠΑ ή και άλλων χωρών.

    Μια νέα έρευνα, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα (Ιούνιος 2919) στην επιθεώρηση Translational Psychiatry[1], έρχεται να προσθέσει στις μέχρι τώρα γνωστές παρενέργειες των αντικαταθλιπτικών και τη μείωση της ενσυναίσθησης (empathy), της ικανότητας δηλαδή να συναισθάνεται κανείς, να συμπάσχει ταυτιζόμενος με τα συναισθήματα των άλλων -προϋπόθεση για τη δημιουργία επιτυχημένων κοινωνικών δεσμών και αλληλέγγυων σχέσεων. Η έρευνα διεξήχθη από μια διεπιστημονική ομάδα του Πανεπιστημίου και της Ιατρικής Σχολής της Βιέννης υπό τη διεύθυνση των καθηγητών Μάρκους Ρύτγκεν (Markus Rütgen) και Κλάους Λαμ (Claus Lamm) και ανατρέπει τα μέχρι τώρα ερευνητικά δεδομένα.

   Οι προηγούμενες έρευνες πράγματι συνέδεαν την μείωση της ικανότητας για ενσυναίσθηση και της κοινωνικής λειτουργικότητας με την ίδια την κατάθλιψη. Οι έρευνες αυτές όμως είχαν γίνει σχεδόν αποκλειστικά σε πάσχοντες που λάμβαναν ήδη αντικαταθλιπτική αγωγή για μεγάλο χρονικό διάστημα. Στην περίπτωση αυτή το ερώτημα που πάντα πρέπει να τίθεται είναι αν οι παρατηρούμενες δυσλειτουργίες είναι αποτέλεσμα της διαδικασίας της "καταθλιπτικής διαταραχής" ή, αντιθέτως, της φαρμακευτικής αγωγής που υποτίθεται πως τη θεραπεύει. Στο ερώτημα αυτό η αυστριακή μελέτη δίνει μια ξεκάθαρη απάντηση: Η μείωση της ενσυναίσθησης, και κατά συνέπεια και της κοινωνικοποίησης των πασχόντων, είναι αρνητική συνέπεια αποκλειστικά και μόνον των αντικαταθλιπτικών φαρμάκων και όχι της ίδιας της κατάθλιψης.
• • • • •

Γιατί οι "αντι-εξουσιαστές" διαγνώσκονται ψυχικά ασθενείς (Bruce Levine)

    Ένα άρθρο[1] του Αμερικανού ψυχολόγου Μπρους Λεβίν [2]


    Κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής μου σταδιοδρομίας συνάντησα ως ψυχολόγος εκατοντάδες ανθρώπους στους οποίους προηγουμένως άλλοι επαγγελματίες είχαν διαγνώσει "εναντιωματική προκλητική διαταραχή", "διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας", "αγχώδη διαταραχή" ή κάποια άλλη ψυχική ασθένεια, και είναι εντυπωσιακό να δει κανείς πόσο τα άτομα που είχαν διαγνωσθεί με αυτόν τον τρόπο ήταν κατά βάση αντιεξουσιαστές και πόσο αυτοί που τους είχαν διαγνώσει δεν ήταν καθόλου.


    Οι αντι-εξουσιαστές πριν πάρουν στα σοβαρά την όποια αρχή, την όποια εξουσία, εξετάζουν αν είναι έγκυρη και θεμιτή. Η αξιολόγηση των αρχών βασίζεται στην εκτίμηση τού κατά πόσο αυτές κατέχουν όντως το θέμα για το οποίο ομιλούν, είναι ειλικρινείς και ενδιαφέρονται πραγματικά για τους ανθρώπους στους οποίους απευθύνονται. Και όταν οι αντιεξουσιαστές αντιληφθούν ότι η εξουσία δεν νομιμοποιείται, τότε αντιδρούν και αντιστέκονται, κάποτε με τρόπο επιθετικό, κάποτε με τρόπο παθητικο-επιθετικό, κάποτε συνετά και κάποτε όχι.

    Στις Ηνωμένες Πολιτείες, προς λύπη πολλών ακτιβιστών, φαίνεται να υπάρχει μόνον ένας μικρός αριθμός αντιεξουσιαστών. Αυτό συμβαίνει, ίσως, επειδή πολλοί άνθρωποι με αντιεξουσιαστική νοοτροπία και χαρακτήρα ψυχιατρικοποιούνται σήμερα από πολύ νωρίς, και αναγκάζονται να παίρνουν φάρμακα πριν προλάβουν να αποκτήσουν πολιτική συνείδηση απέναντι στις αρχές και τους καταπιεστικούς θεσμούς της κοινωνίας.


Γιατί οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας διαγνώσκουν ψυχικές ασθένειες στους αντιεξουσιαστές


    Για να γίνει κάποιος αποδεκτός σε μια ανώτατη σχολή, σε μια ιατρική σχολή, για να αποκτήσει ένα διδακτορικό, για να γίνει τελικά ψυχολόγος ή ψυχίατρος οφείλει να υπερπηδήσει πολλά εμπόδια, επιδεικνύοντας προσαρμοστικότητα, συμμόρφωση στις απαιτήσεις των αρχών και στις "αυθεντίες", ακόμη και εάν τρέφει ελάχιστη εκτίμηση γι' αυτές. Ο τρόπος επιλογής και η διαδικασία απόκτησης επαγγελματικών δεξιοτήτων στο χώρο της ψυχικής υγείας είναι τέτοια που τείνει να εξοβελίσει τα άτομα αντιεξουσιαστικής νοοτροπίας. Έχοντας περάσει μια δεκαετία της ζωής μου στην ανώτατη εκπαίδευση γνωρίζω πολύ καλά ότι τα πτυχία και τα διπλώματα είναι κατά κύριο λόγο πιστοποιητικά συμμόρφωσης. Όσοι είχαν μια μακρά περίοδο σπουδών έζησαν αναγκαστικά για πολλά χρόνια μέσα σε ένα περιβάλλον που απαιτούσε συνεχή και συστηματική συμμόρφωση στις απαιτήσεις των αρχών. Έτσι για πολλούς κατόχους διδακτορικών, οι άνθρωποι που δεν τους μοιάζουν, οι άνθρωποι που δεν συμμορφώνονται εύκολα και αντιδρούν, φαίνεται να ανήκουν σε έναν άλλο κόσμο, ένα κόσμο που χρήζει "διάγνωσης".

"H διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας" (ΔΕΠΥ) δεν υπάρχει". Μια συνέντευξη με τον παιδοψυχίατρο Patrick Landman

Συνέντευξη του ψυχιάτρου-ψυχαναλυτή Πατρίκ Λαντμάν (Patrick Landman) στη γαλλική εφημερίδα "Λε Φιγκαρό"[1] 



    Μια κατασκευασμένη ασθένεια [2]


    Οι διαγνώσεις "ψυχικών ασθενειών" έχουν αυξηθεί κατακόρυφα τα τελευταία τριάντα χρόνια σε όλες τις δυτικές χώρες, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να κρατούν πάντα τα πρωτεία. Αλλά ενώ οι ενήλικες φαίνεται να πλήττονται περισσότερο από την "επιδημία κατάθλιψης" (βλέπε: "Πως η κατάθλιψη έγινε επιδημία"), η "διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας" (η περιβόητη ΔΕΠΥ στην αργκό των ψ-επαγγελματιών) τείνει να γίνει η μάστιγα των παιδιών της σχολικής ηλικίας. Υπολογίζεται ότι τουλάχιστον το 11% των παιδιών στις ΗΠΑ "πάσχουν" από την διαταραχή αυτή και χρήζουν παρατεταμένης φαρμακευτικής αγωγής (ritalin, concerta κ.τ.λ) ή/και ψυχοθεραπείας -με το ποσοστό των αγοριών να είναι σε όλες τις έρευνες υπερτριπλάσιο από αυτό των κοριτσιών. Αλλά και στην Ελλάδα, σύμφωνα με έρευνα που διεξήγαγε το 2010 το παιδαγωγικό τμήμα του Πανεπιστημίου Κρήτης το 6% των μαθητών δημοτικού βρέθηκε με "διαταραχή ελλειμματικής προσοχής με ή χωρίς υπερκινητικότητα".

Bruce Levine: Η "επιδημία ψυχικών διαταραχών", ή γιατί αυξάνονται οι ψυχιατρικές διαγνώσεις

Επιλογή αποσπασμάτων από το άρθρο του Αμερικανού ψυχολόγου

Bruce E. Levine[1]: "Living in America will drive you insane --literally"[2].

Επιλογή αποσπασμάτων / μεταγραφή: Σ. Κ. 

     Η μεγάλη αύξηση των ψυχιατρικών διαταραχών την οποίαν καταγράφουν τις τελευταίες δεκαετίες οι επιδημιολογικές μελέτες στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στην ψυχιατρικοποίηση των φυσιολογικών συμπεριφορών (όπως το πένθος), στην υπερδιάγνωση και στην αδικαιολόγητη ή παρατεταμένη συνταγογράφηση ψυχιατρικών φαρμάκων που μετατρέπουν μεσοπρόθεσμα τα ήπια και πρόσκαιρα ψυχολογικά προβλήματα (π.χ. μια ήπια δυσθυμία) σε χρόνιες ψυχιατρικές ασθένειες, όπως υποστηρίζει ο Robert Whitaker.
    Η αύξηση των ψυχιατρικών διαταραχών σχετίζεται επίσης με την αύξηση των οικονομικών και κοινωνικών πιέσεων: Η ψυχική ασθένεια, επισημαίνει ο Μπρους Λεβιν (υιοθετώντας και επαναδιατυπώνοντας τον λόγο των αντιψυχιατρικών κινημάτων στις δεκαετίες του 1960 και 1970) μπορεί να ιδωθεί, όταν έχουν πάψει να λειτουργούν οι συλλογικές αντιστάσεις, ως μια μορφή μοναχικής αντίστασης, μοναχικής εξέγερσης στις πιέσεις και στους οικονομικούς και κοινωνικούς καταναγκασμούς. Οι ψυχικές ασθένειες αυξάνονται επειδή αυξάνεται ο αριθμός των ανθρώπων που εξεγείρονται ατομικά (και απελπισμένα) ενάντια στην ολοένα και εντονότερη απανθρωπιά και αλλοτρίωση της σύγχρονης κοινωνίας. 
    Κατά συνέπεια, μια άξια λόγου "θεραπεία" δεν είναι αυτή που στοχεύει στην "επιδιόρθωση" και την προσαρμογή των ατόμων στις υπάρχουσες καταπιεστικές συνθήκες, αλλά αυτή που στοχεύει στην ενδυνάμωση της ελπίδας και της πίστης στις συλλογικές διεκδικητικές και πολιτικοποιημένες δράσεις. Δεν υπάρχει έγκυρη θεραπεία, έλεγε η ο Ντέιβιντ Κούπερ, "αν δεν συνεπάγεται πολιτική συνειδητοποίηση που με τη σειρά της τοποθετεί στη σφαίρα του παραλόγου κάθε προβληματισμό που τίθεται με προσωπικούς όρους": "Το ψυχολογικό είναι πολιτικό!"

Έντβαρντ Μουνκ, "Εργάτες που επιστρέφουν από τη δουλειά", 1913/1914
Μουσείο Μουνκ, Όσλο [Munchmuseet]

    • Επιδημιολογικά στοιχεία

    • Η αμφισβήτηση της κυρίαρχης ψυχιατρικής και του DSM

    • Robert Whitaker: "Η ανατομία μιας επιδημίας" 

    • Η ψυχική ασθένεια ως μορφή μοναχικής ανταρσίας 

* * * *

    H Μάρσια Έιντζελ (Marcia Angell), πρώην αρχισυντάκτρια της ιατρικής επιθεώρησης New England Journal of Medicine, στο άρθρο της "Γιατί η επιδημία ψυχικών ασθενειών;" που δημοσιεύτηκε το 2011[3], κατήγγειλε την ανεξέλεγκτη υπερδιάγνωση των ψυχικών διαταραχών, την παθολογικοποίηση φυσιολογικών συμπεριφορών, τη διαφθορά της ψυχιατρικής από τις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες και τις νοσογόνες, καταστροφικές επιπτώσεις των ίδιων των ψυχιατρικών φαρμάκων.

    Ο "διαγνωστικός επεκτατισμός" και η πολιτική των φαρμακευτικών βιομηχανιών αναμφίβολα ευθύνονται κατά μεγάλο μέρος γι' αυτήν την "επιδημία", υπάρχουν ωστόσο και άλλες αιτίες τις οποίες θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας για να εξηγήσουμε τη μεγάλη εξάπλωση των ψυχικών διαταραχών στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες.

    Σύμφωνα με δημοσκόπηση το 2013 της εταιρείας Γκάλοπ, το 70% των Αμερικανών απεχθανόταν το επάγγελμα που έκανε, ή το είχε ήδη εγκαταλείψει. Μπορεί σήμερα η ζωή να μην είναι γενικά χειρότερη απ' ό,τι ήταν πριν μια γενιά, όμως η πίστη μας μέχρι πρόσφατα στον μύθο της "συνεχούς προόδου" είχε αυξήσει υπέρμετρα τις ελπίδες μας για μια ολοένα και καλύτερη ζωή, με αποτέλεσμα να βιώνουμε σήμερα την οριστική διάψευση των προσδοκιών μας και την απογοήτευση που αυτή συνεπάγεται.

    Για πολλούς από μας, η κοινωνία έχει γίνει, και γίνεται ολοένα και περισσότερο, αλλοτριωτική, αποξενωτική και παράλογη. Η εξασφάλιση ενός μισθού στο τέλος του μήνα απαιτεί ολοένα και περισσότερα διπλώματα, περισσότερες "πιστοποιήσεις κατάρτισης", περισσότερη συμμόρφωση, περισσότερες υποκλίσεις, ταπεινώσεις και προσβολές, περισσότερη υποκρισία και απώλεια της γνησιότητάς μας. Αγανακτούμε με όλα αυτά και θέλουμε να επαναστατήσουμε, αλλά δυστυχώς πολλοί από μας έχουν χάσει πια κάθε ελπίδα πως θα μπορούσαν μια μέρα να ξεφύγουν από τους κοινωνικούς και οικονομικούς καταναγκασμούς, πως θα μπορούσε μια μέρα ο πολιτικός ακτιβισμός να επιφέρει ριζικές αλλαγές στην κοινωνία που ζούμε. Έτσι, πολλοί από εμάς, ιδιαίτερα πολλοί νέοι άνθρωποι επαναστατούν με τον τρόπο που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε, που μας έχουν μάθει να αποοκαλούμε "ψυχική ασθένεια". [...]

Ο "εικονικός αυτισμός" (virtual autism) και οι "διαταραχές του αυτιστικού φάσματος". Μια διαφορετική προσέγγιση

    Η εκρηκτική αύξηση των "διαταραχών του αυτιστικού φάσματος" κατά τις τελευταίες δεκαετίες σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό, όπως τουλάχιστον υποστηρίζουν ορισμένοι ειδικοί στις αναπτυξιακές διαταραχές, με την εικονική πραγματικότητα και την καθημερινή πολύωρη παθητική έκθεση των μικρών παιδιών σε ηλεκτρονικές οθόνες κάθε είδους (τηλεοράσεις, κινητά, τάμπλετ και υπολογιστές). Έτσι εξηγείται και γιατί η λεγόμενη "επιδημία" του αυτισμού πλήττει αποκλειστικά και μόνο τις πλούσιες χώρες, στις οποίες η "εξοικείωση" με ηλεκτρονικές συσκευές από πολύ μικρή ηλικία αποτελεί πλέον μια γενικευμένη και μη-αναστρέψιμη κατάσταση.[1]


• • • • •

    "Επιδημία" αυτισμού ή επιδημία διαγνώσεων;


  Το 1975, στις ΗΠΑ, μόνο ένα παιδί στα 5.000 διαγιγνωσκόταν ως αυτιστικό. Το 2005 η αναλογία έγινε ένα παιδί στα 500 και το 2014 ένα παιδί στα 68. Πρόσφατες έρευνες μάλιστα κάνουν λόγο για ένα παιδί στα 45, δηλαδή σήμερα ένα μικρό παιδί στις ΗΠΑ έχει 100 φορές περισσότερες πιθανότητες να διαγνωστεί ως αυτιστικό από ότι το 1975.

   Η δραματική αυτή αύξηση των "διαταραχών του αυτιστικού φάσματος" οφείλεται εν μέρει στη τάση της σύγχρονης ψυχιατρικής να διευρύνει συνεχώς τα παθολογικά όρια ψυχιατρικοποιώντας κάθε απόκλιση από την κανονικότητα που θα εκλαμβανόταν άλλοτε ως απλή "ιδιορρυθμία". Αλλά, η επέκταση των παθολογικών ορίων δεν αρκεί από μόνη της για να εξηγήσει την "επιδημία" του αυτισμού. Περιβαλλοντολογικοί παράγοντες (όπως η αυξημένη παρουσία γλουτένης στη σύγχρονη διατροφή ή η έλλειψη βιταμινών, η μόλυνση του άμεσου περιβάλλοντος με υδράργυρο ή άλλα βαρέα μέταλλα, τα παιδικά εμβόλια, η λήψη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης αντικαταθλιπτικών ή άλλων φαρμάκων, όπως το αντιεπιλεπτικό depakine) συσχετίστηκαν κατά καιρούς με την εμφάνιση αυτιστικών διαταραχών, χωρίς να μπορούν να δώσουν μια ξεκάθαρη απάντηση.

   Ορισμένοι παιδοψυχίατροι και παιδοψυχολόγοι, στη Γαλλία κυρίως, συνδέουν την εκδήλωση "αυτιστικών συμπτωμάτων" ή συμπτωμάτων παρόμοιων με αυτά που χαρακτηρίζουν τις αυτιστικές διαταραχές με την πολύωρη καθημερινή έκθεση των μικρών παιδιών στην εικονική πραγματικότητα των ηλεκτρονικών οθονών κάθε είδους (τηλεόραση, υπολογιστές, κινητά, βιντεοπαιχνίδια). Το θετικό σ' αυτήν την περίπτωση είναι ότι τα συμπτώματα φαίνεται να είναι αναστρέψιμα, αν μειωθεί δραστικά ο ημερήσιος χρόνος έκθεσης στις οθόνες.

    Το φαινόμενο ονομάσθηκε "αυτισμός προκαλούμενος από ηλεκτρονικές οθόνες" ή "εικονικός / ψηφιακός αυτισμός" (virtual autism), και θα μπορούσε να αφορά ένα μεγάλο ποσοστό -ή, ίσως, και την πλειοψηφία- των διαγνωσμένων "διαταραχών του αυτιστικού φάσματος". 

Πως η φαρμακοβιομηχανία και η βιολογική ψυχιατρική δημιούργησαν την "επιδημία" της κατάθλιψης

Παρουσίαση του βιβλίου "Πως η κατάθλιψη έγινε επιδημία" του Γάλλου καθηγητή ψυχοφαρμακολογίας και εκδότη Philippe Pignarre

"Έχει δημιουργηθεί ένας μηχανισμός που κάνει κάθε άνθρωπο 
που νιώθει αισθήματα θλίψης να αρχίσει να αναρωτιέται και να 
θέλει να μάθει μήπως πρόκειται για την αρχή μιας κατάθλιψης."
(Philippe Pignarre[1], "Πως η κατάθλιψη έγινε επιδημία"[2]
)

"Μελαγχολία" (1514)
Άλμπρεχτ Ντύρερ
    Μέχρι τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1960 ο αριθμός των ανθρώπων που έπασχαν από κατάθλιψη ήταν ιδιαίτερα μικρός συγκρινόμενος με τα σημερινά δεδομένα. Το 1970, όπως γράφει ο Φιλίπ Πινιάρ (Philippe Pignarre), υπήρχαν σ' όλο τον κόσμο εκατό εκατομμύρια άνθρωποι με κατάθλιψη. Τριάντα χρόνια μετά ήταν πάνω από ένα δισεκατομμύριο[3], και σήμερα σίγουρα πολύ περισσότεροι. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (Π.Ο.Υ.) η κατάθλιψη είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της δημόσια υγείας, σχεδόν στο ίδιο επίπεδο με τις καρδιοαγγειακές παθήσεις. Πρόκειται δηλαδή για μια αληθινή "επιδημία", μόνο που η κατάθλιψη δεν είναι μεταδοτικό νόσημα.

   Για την ερμηνεία του φαινομένου έχουν προταθεί διάφορες θέσεις, τις οποίες ο Φιλίπ Πινιάρ στο βιβλίο του "Πως η κατάθλιψη έγινε επιδημία" θεωρεί ανεπαρκείς ή απορριπτέες. Η "επιδημία", υποστηρίζει ο ίδιος, είναι κυρίως δημιούργημα της ψευδο-βιολογικής ψυχιατρικής και της φαρμακοβιομηχανίας -με την απαραίτητη βέβαια "συνενοχή" των πασχόντων και της κοινωνίας γενικότερα.

    Βιολογική θέση

    Σύμφωνα με αυτήν, η επιδημία της κατάθλιψης είναι στην πραγματικότητα μια ψευδαίσθηση. Αιτία της κατάθλιψης είναι κάποια βιολογική ή γενετική προδιάθεση που καθιστά ορισμένους ανθρώπους περισσότερο ευάλωτους στις πιέσεις και της αντιξοότητες της ζωής. Κατά συνέπεια, το ποσοστό των ανθρώπων με κατάθλιψη ήταν πάντοτε περίπου το ίδιο σε όλες τις εποχές και σε όλες τις κοινωνίες. Αυτό που έχει αλλάξει στην σημερινή εποχή (στο δυτικό κόσμο) είναι ότι οι γιατροί διαθέτουν πλέον βελτιωμένα διαγνωστικά εργαλεία και έχουν εκπαιδευτεί κατάλληλα για να αναγνωρίζουν τα συμπτώματα της κατάθλιψης που άλλοτε περνούσαν απαρατήρητα. Η παραπάνω άποψη είναι στην πραγματικότητα ένας ψευδο-επιστημονικός μύθος: ουδέποτε μέχρι σήμερα έχει βρεθεί κάποιος βιολογικός ή γενετικός δείκτης της κατάθλιψης (ή οποιασδήποτε άλλης ψυχικής ασθένειας). Γι' αυτό άλλωστε και δεν υπάρχει καμιά βιολογική εξέταση, κανένα βιολογικό τεστ που να επιτρέπει τη διάγνωση της κατάθλιψης, και αυτή βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στην εξωτερική παρατήρηση του πάσχοντος και στα λεγόμενά του.

     Ψυχολογική θέση

    Η ψυχολογική (ψυχαναλυτική) θέση συσχετίζει την κατάθλιψη με την προσωπική οικογενειακή ιστορία των πασχόντων: Πρόωρες ή επαναλαμβανόμενες τραυματικές εμπειρίες κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας δεν επέτρεψαν σε ορισμένους ανθρώπους να δομήσουν μια ισχυρή προσωπικότητα ικανή να αντιμετωπίζει τις πιθανές απώλειες και τα πλήγματα της ενήλικης ζωής.

"Γυναίκα Μελαγχολία"
(1902) Πάμπλο Πικάσσο
    Η άποψη αυτή (που φαινόταν κυρίαρχη στο χώρο της ψυχιατρικής μέχρι τις αρχές περίπου της δεκαετίας του 1970, πριν παραγκωνισθεί οριστικά από βιολογίζουσες ή ψευδοβιολογικές απόψεις) δεν μπορεί πάντως, όπως επισημαίνει ο Φιλίπ Πινιάρ, να εξηγήσει τη μεγάλη αύξηση του ποσοστού των καταθλιπτικών, εκτός και αν δεχθούμε ότι έχει επίσης αυξηθεί δραματικά ο αριθμός των παιδιών που βιώνουν μια διαταραγμένη οικογενειακή ζωή -πράγμα που θα έπρεπε επίσης να αποδειχθεί. Η κατά τον Πινιάρ "ψυχαναλυτική" θέση, ακόμη και αν εντοπίζει την αιτία της κατάθλιψης, δεν μπορεί να εξηγήσει την επιδημία της κατάθλιψης ή, πιο συγκεκριμένα, την επιδημία των διαγνώσεων της κατάθλιψης στη σύγχρονη εποχή.

     Κοινωνιολογική θέση

    Η κοινωνιολογική θέση θεωρεί ότι η αύξηση των ποσοστών της κατάθλιψης είναι συνέπεια των συνεχώς επιδεινούμενων ψυχοπιεστικών συνθηκών διαβίωσης στις σύγχρονες κοινωνίες. Το ποσοστό των καταθλιπτικών αυξάνει επειδή αυξάνεται η δυστυχία και το στρες. Για τον Πινιάρ ούτε αυτή η άποψη είναι απόλυτα ικανοποιητική, τουλάχιστον έτσι απλά διατυπωμένη. Αποτελεί περισσότερο μια καταγγελία της κοινωνίας παρά μια εξήγηση της κατάθλιψης. Σίγουρα η αβεβαιότητα για το μέλλον, η οικονομική επισφάλεια, οι πιεστικές εργασιακές συνθήκες ή η ανεργία, η συρρίκνωση των οικογενειακών και των φιλικών δεσμών, η απώλεια σταθερών αναφορών επαυξάνουν την πίκρα, τη δυσφορία και τους φόβους των ανθρώπων. Δεν εξηγούν όμως άμεσα γιατί οι άνθρωποι στις δυτικές κοινωνίες έχουν την τάση να "ψυχολογιοποιούν" την οδύνη τους, να την αντιλαμβάνονται και την εκφράζουν με τη συμπτωματολογία της κατάθλιψης και όχι π.χ. με σωματοποίηση, όπως συμβαίνει σε προκαπιταλιστικές κοινωνίες ή ακόμη και σε αγροτικές κοινότητες του δυτικού κόσμου που εξακολουθούν όμως να διατηρούν μια στενή σχέση με τη θρησκεία.

    Επιπλέον, η κοινωνιολογική θέση για να εξηγήσει γιατί δεν εμφανίζουν κατάθλιψη όλοι οι άνθρωποι πού βιώνουν τις ίδιες ακραίες στρεσογόνες καταστάσεις είναι υποχρεωμένη να επανεισαγάγει την ιδέα της ευαλωτότητας, δηλαδή της ψυχολογικής ή / και βιολογικής προδιάθεσης. Οι κοινωνικοί παράγοντες κινδυνεύουν έτσι να περιοριστούν στο ρόλο μάλλον του εκλυτικού αιτίου παρά της αιτιολογίας.

"Στο κατώφλι της αιωνιότητας"
(1890) Βενσάν Βαν Γκογκ
    Για τον Φιλίπ Πινιάρ, αντίθετα, η αιτία της κατάθλιψη δεν είναι ενδογενής, δεν οφείλεται ούτε άμεσα ούτε έμμεσα σε εσωτερικούς παράγοντες, ψυχολογικούς ή βιολογικούς. Οι αιτίες τις κατάθλιψης είναι αποκλειστικά εξωτερικές. Αλλά για να κατανοήσουμε την συνεχή αύξηση των ποσοστών της κατάθλιψης στις τελευταίες δεκαετίες δεν αρκεί η αναφορά στο "στρεσογόνο" σημερινό κοινωνικό περιβάλλον. Χρειάζεται ένας επιπλέον παράγοντας, και αυτός δεν είναι άλλος από την ανακάλυψη των αντικαταθλιπτικών: Κάθε φορά που η φαρμακευτική βιομηχανία θέτει σε κυκλοφορία ένα καινούργιο αντικαταθλιπτικό που έχει λιγότερες παρενέργειες, ώστε να συνταγογραφείται με μεγαλύτερη ευκολία όχι μόνον από τους ψυχιάτρους αλλά και από τους γενικούς γιατρούς ή τους γυναικολόγους, οι διαγνώσεις της κατάθλιψης πολλαπλασιάζονται εκρηκτικά. Η επιδημία της κατάθλιψης είναι ένα δημιούργημα της φαρμακολογικής ή ψευδο-βιολογικής, όπως την αποκαλεί ο Πινιάρ, ψυχιατρικής.


Πως τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα δημιούργησαν την επιδημία της κατάθλιψης


    Στα μέσα της δεκαετίας του 1960 ανακαλύφθηκε μια  νέα κατηγορία φαρμάκων, ένα είδος "ψυχικών ενεργοποιητών". Τα φάρμακα αυτά (που έχουν την ιδιότητα να αυξάνουν τα επίπεδα ενέργειας, την όρεξη, την αντίδραση στα ερεθίσματα και να δημιουργούν ένα αίσθημα αισιοδοξίας) ονομάσθηκαν καταχρηστικά, όπως υποστηρίζει ο  Βρετανός καθηγητής ψυχιατρικής και ψυχοφαρμακολογίας Ντέιβιντ Χήλυ (David Healy), αντικαταθλιπτικά.

    Στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν ψυχοτρόπα φάρμακα εξειδικευμένα στην αντιμετώπιση μιας συγκεκριμένης ψυχικής ασθένειας. Η φαρμακευτική βιομηχανία, γράφει ο Πινιάρ[4], γνωρίζει να φτιάχνει δύο μόνο τύπους ψυχοτρόπων φαρμάκων: τους ψυχικούς ενεργοποιητές και τα ηρεμιστικά τα οποία αντίθετα έχουν την ιδιότητα να ρίχνουν τα επίπεδα ζωτικότητας, και στα οποία περιλαμβάνονται οι βενζοδιαζεπίνες και τα νευροληπτικά (που επίσης καταχρηστικά έχουν ονομασθεί και αντιψυχωτικά).

Το φαινόμενο placebo (πλασέμπο)

    Το φαινόμενο πλασέμπο (ή "φαινόμενο εικονικού φαρμάκου") αναφέρεται στη δυνατότητα που έχουν τα εικονικά φάρμακα (φάρμακα χωρίς δραστική φαρμακευτική ουσία) να προκαλούν σε ορισμένους ασθενείς θεραπευτικά αποτελέσματα ανάλογα με αυτά των πραγματικών φαρμάκων.

    Η λέξη placebo είναι μέλλοντας του λατινικού ρήματος placere. Σημαίνει "δίνω ευχαρίστηση ή αρέσω" και έγινε γνωστή στις χώρες της Δύσης από έναν ψαλμό της Βουλγάτα [λατινική μετάφραση της Βίβλου]: placebo Domino in regione vivorum [θα ευχαριστήσω τον Κύριο στο βασίλειο των ζωντανών]. Με την πάροδο του χρόνου η σημασία της λέξης μετατοπίσθηκε και άρχισε να σημαίνει τον υποκριτή, τον κόλακα, αυτόν που προσπαθεί να αρέσει και να ευχαριστήσει τους ευγενείς και τους άρχοντες με σκοπό να επωφεληθεί από αυτούς. Μέχρι τα μέσα του προηγούμενου αιώνα στη Γαλλία η λέξη χρησιμοποιείτο ακόμη με την παραπλήσια έννοια του υπερβολικά ή υποκριτικά ευγενικού, του γαλίφη.[1] 

    Στο ιατρικό λεξιλόγιο εισήλθε περί τα τέλη του 18ου αιώνα, πρώτα στις Ηνωμένες Πολιτείες και μετά στην Βρετανία, και κατέληξε να σημαίνει το εικονικό σκεύασμα που έδινε ο γιατρός στον ασθενή του (όταν δεν είχε κάτι άλλο να προτείνει), όχι για να τον θεραπεύσει αλλά μόνον για να τον ευχαριστήσει και να τον καθησυχάσει. Σταδιακά όμως οι γιατροί θα συνειδητοποιήσουν ότι το πλασέμπο μπορεί να έχει πραγματικά και μετρήσιμα θεραπευτικά αποτελέσματα. (φαινόμενο πλασέμπο)

    Το 1945 δημοσιεύθηκε η πρώτη επιστημονική μελέτη που προσπαθούσε να εξηγήσει με ψυχολογικούς όρους την αποτελεσματικότητα του εικονικού φαρμάκου. Έκτοτε προτάθηκαν διάφορες θεωρίες και το φαινόμενο πλασέμπο συσχετίστηκε συχνά με το φαινόμενο της υποβολής. Όπως υποστηρίζει ο Αμερικανός καθηγητής ψυχολογίας και ειδικός σε θέματα πλασέμπο Ίρβινγκ Κιρς (Irving Kirsch), όταν ένας ασθενής λαμβάνει ένα οποιοδήποτε φάρμακο, γεννιέται μέσα του η ελπίδα ότι η κατάστασή του θα καλυτερεύσει. Η προσδοκία ίασης, που είναι ανάλογή και με το βαθμό εμπιστοσύνης που ο ασθενής τρέφει προς το γιατρό του, μπορεί με τη σειρά της να κινητοποιήσει ή να επιταχύνει φυσιολογικούς μηχανισμούς που συνδέονται με την άμβλυνση ή εξάλειψη των συμπτωμάτων. Η τελική αποτελεσματικότητα του κάθε φαρμάκου είναι, κατά συνέπεια, συνισταμένη της δραστικότητας των φαρμακευτικών ουσιών (που αυτό περιέχει) και του φαινομένου πλασέμπο.

    Η ένταση του φαινομένου δεν είναι ομοιόμορφη. Εξαρτάται από την προσωπικότητα του κάθε ασθενή και από το είδος του συμπτώματος και της ασθένειας στην οποία αυτό εντάσσεται: σε ορισμένες παθήσεις είναι μηδαμινή, ενώ σε άλλες (όπως οι ψυχικές παθήσεις) ιδιαίτερα υψηλή.[2] Ο Ίρβινγκ Κιρς, για παράδειγμα, απέδειξε με μια σειρά ερευνών κατά τη δεκαετία του 2000 ότι το θεραπευτικό αποτέλεσμα των αντικαταθλιπτικών οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στο φαινόμενο πλασέμπο και όχι στη χημική τους σύσταση -απαξιώνοντας έτσι ένα βασικό επιχείρημα της θεωρίας της χημικής ανισορροπίας σύμφωνα με την οποία η κατάθλιψη σχετίζεται με την έλλειψη σεροτονίνης ή κάποιου άλλου νευροδιαβιβαστή στον εγκέφαλο[3].
Χρήστος Μπελόπουλος



1. Patrick Lemoine, Le mystère du placebo [Το μυστήριο του πλασέμπο], p. 136-138, ed. Odile Jacob, 1996.

2. J.J. Aulas, "L'effet placebo et ses paradoxes" [Το φαινόμενο πλασέμπο και τα παράδοξα του], Science et pseudosciences, n° 252, p.8-23, mai 2002.

3. I. Kirsch, The emperor’s new drugs. Exploding the antidepressant myth, ed. The Bodley Head, 2009. (Βλέπε:Το φαινόμενο πλασέμπο και η κατασκευή του μύθου των αντικαταθλιπτικών

Depakine: το αντιεπιληπτικό φάρμακο που ενοχοποιείται για τη γέννηση χιλιάδων παιδιών με συγγενείς δυσπλασίες (τερατομορφίες) και σοβαρές νευροαναπτυξιακές διαταραχές

    Το depakine (δραστική ουσία: βαλπροϊκό οξύ) είναι ένα ισχυρό αντιεπιληπτικό φάρμακο που έχει την ικανότητα να μετριάζει αποτελεσματικά την ένταση και την συχνότητα εμφάνισης των επιληπτικών κρίσεων. Πρωτοκυκλοφόρησε το 1967 από τον γαλλικό φαρμακευτικό κολοσσό Sanofi και διατίθεται σήμερα (με διάφορες εμπορικές ονομασίες) σε πάνω από εκατό χώρες.[1] Συνταγογραφείται επίσης ως σταθεροποιητής του συναισθήματος στη διπολική διαταραχή (μανιοκατάθλιψη) και σε ορισμένες περιπτώσεις ημικρανίας.

   Αλλά, αυτό το αποδεδειγμένα χρήσιμο για τους επιληπτικούς ασθενείς φάρμακο είναι ταυτόχρονα μια ισχυρή τοξική ουσία για τη ζωή του εμβρύου: Το 10-11% των παιδιών που κατά τη διάρκεια της ενδομητρίου ζωής τους θα εκτεθούν στο βαλπροϊκό (depakine) θα γεννηθούν με συγγενείς δυσπλασίες (τερατομορφίες) και το 30-40% θα εμφανίσουν σοβαρές διαταραχές της ανάπτυξης (διαταραχές αυτιστικού φάσματος, νοητική υστέρηση, μαθησιακές δυσκολίες, ψυχοκινητικές διαταραχές και διαταραχές συμπεριφοράς).

Στη Γαλλία η εταιρεία Sanofi
ειναι υποχρεωμένη να αναγράφει
στη συσκευασία την ένδειξη
Depakine + εγκυμοσύνη
= Κίνδυνος
    Τα ευρήματα αυτά υιοθέτησε το 2014 ο Γαλλικός Οργανισμός Φαρμάκου (ANSM) -μετά από αρκετά χρόνια δισταγμών και διαβουλεύσεων και κατόπιν των πιέσεων που άσκησε η γαλλική ένωση θυμάτων του depakine- και εξέδωσε προειδοποίηση σύμφωνα με την οποία "το βαλπροϊκό δεν θα έπρεπε [πλέον] να συνταγογραφείται σε κορίτσια, έφηβες, γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία ή σε έγκυες εκτός αν οι άλλες θεραπευτικές αγωγές είναι μη αποτελεσματικές ή μη ανεκτές".[2] Με την κάπως μεσοβέζικη αυτή ρητορική ο οργανισμός θέλησε να αποφύγει την πλήρη απαγόρευση του φαρμάκου κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μεταθέτοντας οποιαδήποτε μελλοντική (αστική) ευθύνη αποκλειστικά και μόνο στους γιατρούς-συνταγογράφους και στους ασθενείς τους.

   Από την επόμενη χρονιά πάντως, η εταιρεία Sanofi υποχρεώθηκε να ενσωματώσει όλες τις παραπάνω πληροφορίες και προειδοποιήσεις στο γαλλικό φυλλάδιο οδηγιών χρήσης του φαρμάκου και επιπλέον να τυπώσει με εμφανή έντονα γράμματα σε κάθε κουτί συσκευασίας την ένδειξη: Depakine + Εγκυμοσύνη = Κίνδυνος! 
 (Ένδειξη που, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, η εταιρεία Sanofi και ο Ελληνικός Οργανισμός Φαρμάκου δεν θεώρησαν σκόπιμο να αναγράφεται και στα κουτιά του ντεπακίν που κυκλοφορούν στην Ελλάδα.)
 • • •

Επικίνδυνα αντικαταθλιπτικά στη μαύρη λίστα του ιατρικού και φαρμακολογικού περιοδικού "Prescrire"

   Το ιατρικό και φαρμακολογικό περιοδικό Prescrire ["Συνταγογραφώντας"] εκδίδεται από το 1981 κάθε μήνα στα γαλλικά[1] και αγγλικά[2]. Είναι από τις ελάχιστες ιατρικές επιθεωρήσεις διεθνώς που δεν επιχορηγούνται και δεν ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από τη φαρμακευτική βιομηχανία. Μοναδική πηγή εσόδων του είναι οι συνδρομές των μελών του (30.000 περίπου συνδρομητές), και στις σελίδες του δεν υπάρχουν διαφημίσεις ή πληρωμένες καταχωρήσεις· δημοσιεύει μόνον άρθρα που βασίζονται σε ανεξάρτητες και μεθοδολογικά έγκυρες έρευνες, πολλές από τις οποίες χρηματοδοτεί το ίδιο. Μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του ήταν η συμβολή του στην αποκάλυψη πριν μερικά χρόνια του "σκανδάλου του Mediator (benfluorex)", ενός αντιδιαβητικού φαρμάκου (μιας αμφεταμίνης που χορηγούνταν ως ανορεξιογόνο σε διαβητικούς προκειμένου να χάσουν βάρος), το οποίο μόνο στη Γαλλία μεταξύ 1976 και 2009 στοίχισε τη ζωή σε τουλάχιστον 2.000 άτομα.

   Η μαύρη λίστα των αντικαταθλιπτικών - Παρενέργειες


   Τα τελευταία χρόνια το Prescrire δημοσιεύει κάθε χρόνο τη μαύρη λίστα των φαρμάκων, στην οποία συμπεριλαμβάνονται φάρμακα που σύμφωνα με τα διασταυρωμένα στοιχεία του περιοδικού εγκυμονούν περισσότερους κινδύνους παρά οφέλη, και κατά συνέπεια η συνταγογράφηση τους θα έπρεπε να απαγορεύεται ή να περιορίζεται δραστικά.

   Η φετινή λίστα[3] (Ιανουάριος 2017)* περιλαμβάνει 91 φάρμακα διαφόρων κατηγοριών, μεταξύ των οποίων και αρκετά αντικαταθλιπτικά (καθώς και τα γενόσημα ή ομοειδή τους σκευάσματα):

αγομελατίνη (agomelatine)· Valdoxan
ντουλοξετίνη (duloxetine)· Cymbalta, και ομοειδή 
σιταλοπράμη (citalopram)· Seropram / Celexa / Cipramil, και ομοειδή
εσκιταλοπράμη (escitalopram)· Seroplex / Cipralex, και ομοειδή
μιλνασιπράνη (milnacipran)· Ixel, και ομοειδή
βενλαφαξίνη (venlafaxine)· Effexor, και ομοειδή
τιανεπτίνη (tianeptine)· Stablon, και ομοειδή [4]

   Μεταξύ των παρενεργειών που συνδέονται με τα παραπάνω αντικαταθλιπτικά, η έρευνα του περιοδικού Prescrire υπογραμμίζει κυρίως τον κίνδυνο εμφάνισης ηπατίτιδας ή παγκρεατίτιδας, υπέρτασης ή άλλων καρδιολογικών διαταραχών, ή ακόμη δερματικών αντιδράσεων -όπως το σύνδρομο Stevens Johnson- ενίοτε (συγκεκριμένα στην περίπτωση του Stablon) θανατηφόρων, κ.τ.λ. Στους παραπάνω κινδύνους προστίθενται βέβαια, για όσα από τα παραπάνω φάρμακα ανήκουν στους εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης, και όλες οι γνωστές για την κατηγορία αυτή δυνητικές παρενέργειες, μεταξύ των οποίων και η πιθανότητα εμφάνισης σεροτονινεργικού συνδρόμου ή αυτοκτονικών ιδεών με ενδεχόμενη απόπειρα αυτοκτονίας για ένα μικρό ποσοστό πασχόντων νεαρής κυρίως ηλικίας. Και όλα αυτά, ενώ η αποτελεσματικότητα των αντικαταθλιπτικών έναντι της κατάθλιψης είναι στην καλλίτερη περίπτωση υποθετική, όπως δεν παραλείπουν να υπενθυμίσουν οι συντάκτες του περιοδικού. [Βλέπε: "Το φαινόμενο placebo και η κατασκευή του μύθου των αντικαταθλιπτικών"]
 • • • • •

Το φαινόμενο πλασέμπο, τα τεχνάσματα της φαρμακοβιομηχανίας και η κατασκευή του μύθου των αντικαταθλιπτικών (Irving Kirsch)

Παρουσίαση του βιβλίου του Irving Kirsch
"The emperor’s new drugs. Exploding the antidepressant myth"[1]
[Τα νέα φάρμακα του αυτοκράτορα - Διαλύοντας τον μύθο των αντικαταθλιπτικών]

    Σύμφωνα με την περίφημη "θεωρία της χημικής ανισορροπίας" η αιτία της κατάθλιψης βρίσκεται στον εγκέφαλο: Είναι, μας λένε, ένα βιολογικό φαινόμενο που οφείλεται σε ανεπάρκεια σεροτονίνης, νοραδρεναλίνης ή, ίσως, και κάποιου άλλου νευροδιαβιβαστή. Τα αντικαταθλιπτικά συμβάλλουν (υποτίθεται) στην άμβλυνση ή στην εξάλειψη των καταθλιπτικών συμπτωμάτων αποκαθιστώντας τη διαταραγμένη χημική ισορροπία του εγκεφάλου.

    Όλα αυτά, υποστηρίζει σε μια σειρά άρθρων και βιβλίων του ο καθηγητής Ίρβινγκ Κιρς (Irving Kirsch), είναι ένας σύγχρονος ψευδο-επιστημονικός μύθος τον οποίο προωθεί χάριν των δικών της συμφερόντων η φαρμακευτική βιομηχανία χειραγωγώντας τον χρηματοδοτούμενο από αυτήν ιατρικό τύπο και εξασφαλίζοντας την ανοχή -και συνενοχή- των ελεγκτικών μηχανισμών. Τα αντικαταθλιπτικά, μας διαβεβαιώνει έχοντας αναλύσει τις κρυφές έρευνες των ίδιων των φαρμακευτικών εταιρειών, δεν είναι στην πραγματικότητα περισσότερο αποτελεσματικά από τα πλασέμπο, τα εικονικά δηλαδή φάρμακα που δεν περιέχουν καμιά δραστική φαρμακευτική ουσία. Όπερ και  σημαίνει ότι η διατυμπανιζόμενη αποτελεσματικότητα των αντικαταθλιπτικών δεν οφείλεται στις φαρμακευτικές δραστικές ουσίες που αυτά περιέχουν, αλλά αποκλειστικά και μόνο σε ένα ψυχολογικό φαινόμενο, στο λεγόμενο "φαινόμενο πλασέμπο".

    Σε αντίθεση όμως με τα πλασέμπο που είναι ακίνδυνα για τον οργανισμό, τα αντικαταθλιπτικά προκαλούν σοβαρές παρενέργειες στο μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων που τα λαμβάνει:  Οι ενδεχόμενοι κίνδυνοι, ιδιαίτερα σε παιδιά, εφήβους και νεαρούς ενήλικες, ξεπερνούν κατά πολύ τα όποια οφέλη της κατανάλωσης τους. (Βλέπε: Η μαύρη λίστα των αντικαταθλιπτικών)
• • • • •


Έντβαρντ Μουνκ (Edvard Munch), "Μελαγχολία", 1911

DSM· Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο των Ψυχικών Διαταραχών. Μια πολεμική μηχανή στην υπηρεσία της φαρμακευτικής βιομηχανίας

Παρουσίαση του βιβλίου των Stuart Kirk και Herb Kutchins
The Selling of DSM: The Rhetoric of Science in Psychiatry[1],
ένα βιβλίο για τα παρασκήνια της κατασκευής του DSM-III και τα
ρητορικά και στατιστικά τεχνάσματα της σύγχρονης ψυχιατρικής.


    Οι Στιούαρτ Κερκ (Stuart Kirk) και Χερμπ Κάτσινς (Herb Kutchins) -καθηγητές κοινωνικών επιστημών, ο πρώτος στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και ο δεύτερος στο πανεπιστήμιο του Σακραμέντο- στο βιβλίο τους "Η πώληση του DSM - η επιστημονική ρητορική στη σύγχρονη ψυχιατρική" παρουσιάζουν τις κοινωνικές και ιδεολογικοπολιτικές συνθήκες μέσα στις οποίες δημιουργήθηκε το "Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο των Ψυχικών Διαταραχών" (DSM-III), το οποίο δημοσιεύτηκε το 1980 από την Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία (ΑΨΕ) και σηματοδότησε τη στροφή τής σύγχρονης ψυχιατρικής προς τη βιολογία και την εγκατάλειψη των ψυχοδυναμικών θέσεων. Μελετώντας τις διαδικασίες προπαρασκευής, τα πρακτικά των επιτροπών και την εσωτερική αλληλογραφία της ΑΨΕ, καταδεικνύουν ότι το DSM είναι περισσότερο προϊόν γραφειοκρατικών, οικονομικών και πολιτικών πιέσεων και συμβιβασμών και λιγότερο αποτέλεσμα επιστημονικών ερευνών ή αδιαμφισβήτητων αντικειμενικών δεδομένων, απομυθοποιώντας έτσι την κυρίαρχη αφήγηση για τον δήθεν υψηλό βαθμό αξιοπιστίας και εγκυρότητάς του.


     Τα παρασκήνια του θριάμβου της αμερικανικής ψυχιατρικής


     Το κοινωνικό και ιδεολογικό πλαίσιο της κατασκευής του DSM-III

   Στις δεκαετίες του 1960 και 1970 το επαγγελματικό και κοινωνικό κύρος των ψυχιάτρων είχε υποστεί πλήγματα από την σφοδρή και κατά κανόνα τεκμηριωμένη κριτική των αντιψυχιατρικών κινημάτων τα οποία στηλίτευαν την έλλειψη αξιοπιστίας και εγκυρότητας των ψυχιατρικών διαγνώσεων. Πανεπιστημιακοί ερευνητές και συγγραφείς, όπως ο Τόμας Σας, ο Ντέιβιντ Ρόζενχαν, ο Μισέλ Φουκώ, ο Ρόναλντ Λαινγκ και ο Ντέιβιντ Κούπερ, αμφισβητούσαν στα συγγράμματα τους την ίδια την έννοια της ψυχικής ασθένειας και καταδείκνυαν τη στενή σχέση της ψυχιατρικής με την πολιτική εξουσία και την κυρίαρχη αστική ιδεολογία.

Αφίσα (1978) της Rachael Romero (San Francisco Poster Brigade) για το
Κίνημα Απελευθέρωσης Ψυχικά Πασχόντων [Mental Patients Liberation Movement]
   Η Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία αντιδρώντας σ' αυτήν την κατάσταση ανέθεσε την επανεξέταση των ψυχιατρικών διαγνωστικών κατηγοριών σε μια ολιγομελή επιτροπή εμπειρογνωμόνων επικεφαλής της οποίας τέθηκε ο Ρόμπερτ Σπίτζερ (Robert Spitzer), ερευνητής ψυχίατρος στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια -με περιορισμένη όμως κλινική εμπειρία. Ο Σπίτζερ και οι συνεργάτες του παρέκαμψαν επιδέξια το δυσεπίλυτο θέμα της εγκυρότητας και επικέντρωσαν την προσοχή και τη ρητορική τους στα προβλήματα αξιοπιστίας των ψυχιατρικών διαγνώσεων.

   Πεπεισμένοι ότι η τρέλα και η ψυχική οδύνη "είναι μια ασθένεια όπως όλες οι άλλες" πήραν ως πρότυπο τα νοσολογικά μοντέλα των σωματικών ασθενειών και κατασκεύασαν ένα νέο ταξινομικό σύστημα προσανατολισμένο προς τις βιολογικές επιστήμες και την ψυχοφαρμακολογία και, κατά συνέπεια, ριζικά αποστασιοποιημένο από τις ψυχαναλυτικές θεωρίες, οι οποίες υπήρξαν ιδιαίτερα μετά τον β' παγκόσμιο πόλεμο κυρίαρχες στο χώρο της αμερικανικής ψυχιατρικής. Εφεξής, η ψυχιατρική δεν θα έθετε ως κύριο στόχο της τον εντοπισμό, την κατανόηση και θεραπεία των αιτιών που παράγουν τις ψυχικές ασθένειες αλλά μόνον την λεπτομερή περιγραφή και αντιμετώπιση των συμπτωμάτων τους.

   Το νέο σύστημα ονομάσθηκε α-θεωρητικό και διαφημίστηκε ως το μόνο νοσολογικό ψυχιατρικό σύστημα που πληροί αυστηρά τα επιστημονικά κριτήρια αξιοπιστίας και εγκυρότητας, προϊόν συλλογικής προσπάθειας και εκτεταμένων ερευνών. Αποτέλεσε τομή στην ιστορία της σύγχρονης ψυχιατρικής και σταδιακά, με τη βοήθεια και των πολυεθνικών φαρμακευτικών εταιρειών, επιβλήθηκε παγκοσμίως περιθωριοποιώντας παντού τις ψυχοδυναμικές απόψεις και υποβάλλοντας ένα μονοδιάστατο τρόπο αντιμετώπισης της ψυχικής ασθένειας βασισμένο σχεδόν αποκλειστικά στην ψυχοφαρμακολογία.


     Πολιτικά στρατηγήματα και ρητορικά τεχνάσματα


   Η επικράτηση του βιοψυχιατρικού μοντέλου δεν έγινε χωρίς έντονες αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις. Ο Σπίτζερ, όμως, θέτοντας συχνά στο περιθώριο τα όποια ερευνητικά δεδομένα και τις περί αξιοπιστίας και εγκυρότητας διακηρυγμένες προθέσεις[2], υιοθετώντας πολιτικές τακτικές, προτείνοντας συμβιβασμούς ή συνάπτοντας στρατηγικές συμμαχίες με διάφορες ομάδες πίεσης και συμφερόντων, κατόρθωνε στα κρίσιμα θέματα να παρακάμπτει ή να εξουδετερώνει τις αντιδράσεις.