Το 1498, ο ουμανιστής Φλαμανδός τυπογράφος και εκδότης Josse Bade (Γιόσσε Μπάντε ή Ζος Μπαντ)[1], επηρεασμένος από την ανάγνωση του Narrenschiff του Σεμπάστιαν Μπαρτ, έγραψε στα λατινικά ένα σχετικά μικρό (40 περίπου σελίδες) πρωτότυπο αλληγορικό έργο με τίτλο "Stultiferae naves" [=Τα πλοία των τρελλών].[2]
Ο Bade φαντάζεται ένα στολίσκο πέντε πλοιαρίων, το καθένα από τα οποία αντιπροσωπεύει μία από τις πέντε αισθήσεις και έχει ως κυβερνήτη μια τρελή γυναίκα. Ένα έκτο καράβι αποτελεί τη ναυαρχίδα του στόλου με καπετάνισσα την πρωτόπλαστη Εύα, την αιτία της ανθρώπινης πτώσης και δυστυχίας. Πρόθεσή του ήταν να καυτηριάσει τη ροπή του γυναικείου φύλου προς τις σαρκικές ηδονές και την ακολασία, δηλαδή προς την αμαρτία και την παραφροσύνη.[3]
Στο κείμενο εναλλάσσεται ο πεζός με τον έμμετρο λόγο. Στα πεζά τμήματα το ύφος είναι διδακτικό: ο αφηγητής-συγγραφέας σχολιάζει, υιοθετώντας τις αυστηρές ηθικολογικές αρχές της εποχής, τις απολαύσεις που συνδέονται με τις διάφορες αισθήσεις. Στα έμμετρα τμήματα, αντίθετα, είναι η φωνή των τρελών καραβιών που ακούγεται, η σαγηνευτική φωνή των προσωποποιημένων αισθήσεων που επιδιώκει να ξυπνήσει τις ευαισθησίες και τον αισθησιασμό του αναγνώστη. Όπως γράφει η πανεπιστημιακός και συγγραφέας O. A. Duhl, αν οι χριστιανικές αξίες εξαναγκάζουν τον Bade να καυτηριάσει τη σύνδεση που ενώνει αισθήσεις, ηδονή και αμαρτία, η ουμανιστική νέο-πλατωνική του αισθητική τού επιβάλλει αντιθέτως να εξυμνήσει αυτές τις ίδιες αισθήσεις ως κίνητρα της ποιητικής δημιουργίας.[4]
![]() |
| "Stultiferae Naves" Το καράβι της Εύας |
Ο Bade φαντάζεται ένα στολίσκο πέντε πλοιαρίων, το καθένα από τα οποία αντιπροσωπεύει μία από τις πέντε αισθήσεις και έχει ως κυβερνήτη μια τρελή γυναίκα. Ένα έκτο καράβι αποτελεί τη ναυαρχίδα του στόλου με καπετάνισσα την πρωτόπλαστη Εύα, την αιτία της ανθρώπινης πτώσης και δυστυχίας. Πρόθεσή του ήταν να καυτηριάσει τη ροπή του γυναικείου φύλου προς τις σαρκικές ηδονές και την ακολασία, δηλαδή προς την αμαρτία και την παραφροσύνη.[3]
Στο κείμενο εναλλάσσεται ο πεζός με τον έμμετρο λόγο. Στα πεζά τμήματα το ύφος είναι διδακτικό: ο αφηγητής-συγγραφέας σχολιάζει, υιοθετώντας τις αυστηρές ηθικολογικές αρχές της εποχής, τις απολαύσεις που συνδέονται με τις διάφορες αισθήσεις. Στα έμμετρα τμήματα, αντίθετα, είναι η φωνή των τρελών καραβιών που ακούγεται, η σαγηνευτική φωνή των προσωποποιημένων αισθήσεων που επιδιώκει να ξυπνήσει τις ευαισθησίες και τον αισθησιασμό του αναγνώστη. Όπως γράφει η πανεπιστημιακός και συγγραφέας O. A. Duhl, αν οι χριστιανικές αξίες εξαναγκάζουν τον Bade να καυτηριάσει τη σύνδεση που ενώνει αισθήσεις, ηδονή και αμαρτία, η ουμανιστική νέο-πλατωνική του αισθητική τού επιβάλλει αντιθέτως να εξυμνήσει αυτές τις ίδιες αισθήσεις ως κίνητρα της ποιητικής δημιουργίας.[4]












