Αυτισμός και Ψύχωση

Οι διαφορετικές σημασίες της έννοιας του αυτισμού


    Ο "αυτισμός" είναι μια λέξη που επινοήθηκε το 1911 από τον Ελβετό ψυχίατρο Οϊγκέν Μπλόυλερ (Eugen Bleuler) για να δηλώσει ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της σχιζοφρένειας: την αναδίπλωση του ατόμου στον εαυτό του και την αποστασιοποίησή του από τον εξωτερικό κόσμο με συνέπεια την ελλειμματική επικοινωνία με το περιβάλλον, που σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να φθάσει μέχρι τη βωβότητα, την πλήρη δηλαδή απουσία λόγου. (σχιζοφρενικός αυτισμός)

    Μερικές δεκαετίες αργότερα, η ψυχαναλύτρια Μάργκαρετ Μάλερ (Margaret Mahler) χρησιμοποίησε τον όρο για να ονομάσει το πρώτο από τα πέντε εξελικτικά στάδια με τα οποία περιέγραψε τη φυσιολογική ανάπτυξη του παιδιού από τη στιγμή της γέννησης του μέχρι το τέλος του δευτέρου έτους. Σύμφωνα με τη θεωρία της, το πρώτο αυτό στάδιο  (το στάδιο του φυσιολογικού αυτισμού κατά το οποίο το βρέφος δεν αναγνωρίζει παρά μόνον τον εαυτό του) αντικαθίσταται γρήγορα (3-4 εβδομάδες μετά τη γέννηση) από το στάδιο της συμβίωσης, όπου το μωρό αναγνωρίζει μεν την μητέρα αλλά ως μέρος του εαυτού του και όχι ακόμη ως ανεξάρτητο πρόσωπο. Όταν το άμεσο περιβάλλον, που συνήθως αντιπροσωπεύεται από την μητέρα ή το υποκατάστατό της, δεν μπορεί να ανταποκριθεί επαρκώς στις ζωτικές ανάγκες του παιδιού -ενδεχομένως επειδή το ίδιο το βρέφος δεν είναι εκ γενετής έτοιμο να επωφεληθεί από τις μητρικές φροντίδες και όχι αναγκαστικά επειδή η μητέρα είναι "ελλειμματική"- ή όταν απρόσμενα συμβάντα επιβάλλουν το βίαιο αποχωρισμό του από τη μητέρα, τότε κινδυνεύει να καθηλωθεί ή να παλινδρομήσει σε ένα από τα δύο πρώτα στάδια της ανάπτυξης, δηλαδή να εμφανίσει μια παιδική ψύχωση. Η Μάλερ διαχώριζε έτσι τις παιδικές ψυχώσεις -ανάλογα με το αν η καθήλωση ή η παλινδρόμηση εντοπιζόταν στο αυτιστικό ή στο συμβιωτικό στάδιο της εξελικτικής διαδικασίας- σε δύο κατηγορίες: στις αυτιστικές παιδικές ψυχώσεις αφενός και στις συμβιωτικές παιδικές ψυχώσεις αφετέρου.[1]

    Το 1943, ο σύγχρονος με την Μάλερ Αυστριακός παιδίατρος Λέο Κάννερ (Leo Kanner) διαχώρισε τον πρόωρο παιδικό αυτισμό από τις ψυχώσεις (διαταραχή ή αυτισμός τύπου Κάννερ) προσδίδοντας έτσι μια τρίτη σημασία στη λέξη "αυτισμός" με την οποία κυρίως είναι σήμερα γνωστός ο όρος.

    Την ίδια περίπου εποχή, το 1944, ο επίσης Αυστριακός Χανς Άσπεργκερ (Hans Asperger) περιέγραψε μια μορφή αυτισμού, που από το 1980 φέρει το όνομά του (διαταραχή Ασπέργκερ), χωρίς διαταραχές λόγου και με ιδιαίτερη υψηλή ικανότητα απομνημόνευσης -είναι ο χαρακτήρας που υποδύθηκε ο Ντάστιν Χόφμαν στην ταινία "Ο άνθρωπος της βροχής".

    Όμως, η διάκριση παιδικού αυτισμού και ψύχωσης δεν έγινε άμεσα αποδεκτή στην ψυχιατρική νοσογραφία. Π.χ. το πολυδιαφημισμένο "Διαγνωστικό και στατιστικό εγχειρίδιο των ψυχικών παθήσεων" της αμερικανικής ψυχιατρικής εταιρείας (γνωστό κυρίως με τα αρχικά DSM -η βουλγάτα της σύγχρονης βιολογικής και θεσμικής ψυχιατρικής), στις πρώτες εκδόσεις του (το 1952 και το 1968) κατέτασσε ακόμη τον παιδικό αυτισμό στην κατηγορία της παιδικής σχιζοφρένειας. Και μόλις στην τρίτη αναθεώρησή του, το 1980, ενέταξε τις αυτιστικές διαταραχές στην πρωτοεμφανιζόμενη τότε κατηγορία της γενικευμένης (εκτεταμένης) αναπτυξιακής διαταραχής διαχωρίζοντάς τες πλήρως από τις ψυχώσεις και υπονοώντας μια αιτιοπαθολογία οργανικής φύσεως. Αργότερα, διαχρονικές έρευνες έδειξαν ότι ο παιδικός αυτισμός (τύπου Κάννερ) εξελίσσεται στην ενήλικη ζωή συχνά σε αυτισμό τύπου Άσπεργκερ και σπανίως μόνον σε ψύχωση: εύρημα που ενίσχυσε την υπόθεση της δομικής διαφοράς των δύο παθήσεων (του αυτισμού και της ψύχωσης).[2]

    Σε ορισμένες χώρες πάντως, όπως στη Γαλλία, ο διαχωρισμός αυτός έγινε αποδεκτός πολύ αργότερα. Σήμερα φαίνεται να τον αποδέχονται οι περισσότεροι επιστήμονες, αν και υπάρχουν και αυτοί, ψυχαναλυτές κυρίως, που εξακολουθούν να εστιάζουν περισσότερο στα κοινά σημεία των δύο παθήσεων και λιγότερο στις διαφορές τους...
  • • • • •

"Ψυχροί Καιροί"
του αυτιστικού καλλιτέχνη
Κρεγκ Ροβέρτα (Craig Roverta)
    Το πρόβλημα επίσης της αιτίας του αυτισμού δεν έχει ακόμη κλείσει οριστικά. Οι ψυχαναλυτικές απόψεις οι οποίες συσχέτιζαν τον αυτισμό με ακραίες ψυχο-κοινωνικές καταστάσεις έχουν περάσει σε δεύτερο πλάνο. Σ' αυτό συνέβαλαν τόσο η πρόοδος και οι ανακαλύψεις της γενετικής και των νευροεπιστημών όσο, κατά κάποιο τρόπο, και οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, οι γονείς των αυτιστικών παιδιών, που νιώθοντας ότι ενοχοποιούνται από τις ψυχαναλυτικές θεωρίες στράφηκαν από πολύ νωρίς προς τις συμπεριφορικές ή γνωστικές θεραπείες και στη βιολογική ψυχιατρική.

    Μεταξύ των επιστημόνων φαίνεται να επικρατεί η άποψη-υπόθεση ότι ο αυτισμός είναι μια νευρολογική διαταραχή που οφείλεται είτε σε κάποιο γενετικό (κληρονομικό) παράγοντα (που μένει να βρεθεί), είτε σε κάποια προσβολή κατά τη διάρκεια της ενδομητρίου ζωής. (Υποστηρίχθηκε π.χ. ότι ορισμένες περιπτώσεις αυτισμού μπορεί να σχετίζονται με τη λήψη αντικαταθλιπτικών φαρμάκων από την μητέρα κατά τη διάρκεια της κύησης.)
  • • • • •

    Διαπιστώνεται επίσης μια μεγάλη και διαρκής αύξηση της συχνότητας εμφάνισης του αυτισμού κατά τις τελευταίες δεκαετίες: Το 1996 στις Ηνωμένες Πολιτείες επιδημιολογικές έρευνες υπολόγιζαν ότι περίπου 1 παιδί στα 1000 εμφάνιζε κάποια μορφή αυτισμού· το 2007 η αναλογία έγινε 1 προς 200· το 2009 1 προς 100, ενώ σήμερα ορισμένες έρευνες κατεβάζουν ακόμη περισσότερο τον παρανομαστή.[3] Ορισμένοι ερευνητές προσπάθησαν να συσχετίσουν την ραγδαία αυτή αύξηση με περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως ο παιδικός εμβολιασμός, η μόλυνση του περιβάλλοντος με αυξημένα ποσοστά υδραργύρου, η αυξημένη παρουσία γλουτένης στη σύγχρονη διατροφή κ.τ.λ. Στην πραγματικότητα η "επιδημία" αυτισμού φαίνεται πως είναι κατά μεγάλο μέρος της τεχνική. Οφείλεται δηλαδή όχι μόνον στην υποτιθέμενη αυξανόμενη επίδραση των όποιων νοσογόνων παραγόντων του φυσικού ή κοινωνικού περιβάλλοντος αλλά και στην ελαστικοποίηση (και μάλλον κυρίως σ' αυτήν) των κριτηρίων διάγνωσης που επέβαλε η συνεχής αναθεώρηση του αμερικανικού νοσολογικού συστήματος (βλέπε DSM).
  • • • • •

    Εν κατακλείδι: στο πλαίσιο των μέχρι τώρα γνώσεων, παρότι η γενετική αιτία του αυτισμού δεν έχει ξεκάθαρα αποδειχθεί ποτέ, πολλοί επιστήμονες υιοθετούν την υπόθεση κάποιας γενετικής "προδιάθεσης" που καθιστά ορισμένα παιδιά πιο ευάλωτα σε δυσμενείς περιβαλλοντολογικές (ή και ψυχοκοινωνικές) καταστάσεις.

    Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει πάντως και η άποψη ορισμένων Γάλλων και Ρουμάνων παιδοψυχιάτρων και παιδοψυχολόγων περί "εικονικού αυτισμού", σύμφωνα με την οποία ένα μεγάλο ποσοστό "διαταραχών του αυτιστικού φάσματος" συνδέεται αιτιολογικά με την πολύωρη καθημερινή έκθεση των μικρών παιδιών σε οθόνες κάθε είδους -τηλεοράσεις, υπολογιστές, κινητά…[4]  (βλέπε και σχετική ανάρτηση: → "Εικονικός αυτισμός" και διαταραχές του αυτιστικού φάσματος).


Σημειώσεις

1. Jacques Hochmann, "Histoire et actualité du concept de psychose de l'enfant" [Ιστορία και επικαιρότητα της έννοιας της παιδικής ψύχωσης], L'information psychiatrique 3/2010 (Volume 86) , p. 227-235.

2. Jean-Claude Maleval, Pourquoi l’autisme n’est-il plus une psychose? [Γιατί ο αυτισμός δεν είναι πια μια ψύχωση;]

3. Bertrand Jordan, Autisme, le gène introuvable: De la science au business [Αυτισμός, το δυσεύρετο γονίδιο: Από την επιστήμη στις κερδοφόρες επιχειρήσεις], p. 14-15, Seuil, 2012

4. Autisme et Psychanalyse [Αυτισμός και Ψυχανάλυση]: Une interview de Marie-Christine Laznik, œdipe.org.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *