Από τη "σκοτεινή άνοιξη" της παιδικής ηλικίας, στην συγγραφική και εικαστική δημιουργία, την κατάθλιψη, την "τρέλλα" και την αυτοκτονία.
![]() |
| Η Unica Zürn το 1961 και σε νεαρή ηλικία |
Η Unica Zürn (Ούνικα Τσυρν) γεννήθηκε το 1916 σε μια αστική οικογένεια του Βερολίνου. Ο πατέρας της ήταν αξιωματικός του γερμανικού στρατού,[1] επίδοξος συγγραφέας και φανατικός συλλέκτης έργων ασιατικής τέχνης με τα οποία είχε γεμίσει το σπίτι όπου κατοικούσαν. Η μικρή Ούνικα τον λάτρευε και βίωνε ως εγκατάλειψη τις συχνές του απουσίες από το σπίτι, ενώ, αντίθετα, απεχθανόταν την μητέρα της, την οποία περιγράφει ως ψυχρή, αδιάφορη, απορριπτική και κακιά, μια πραγματική "μητέρα-αράχνη": «Η μητέρα της την απωθούσε από κοντά της σαν να ήταν αντικείμενο», γράφει σε τρίτο πρόσωπο στη μυθιστορηματική αυτοβιογραφική της νουβέλα "Σκοτεινή Άνοιξη".
Σε ηλικία περίπου δέκα χρόνων βίωσε μια τραυματική εμπειρία που έμελλε να τη σημαδέψει για όλη της τη ζωή, όταν ο μεγαλύτερος σε ηλικία αδελφός της την κακοποίησε βιάζοντάς της απειλώντας την ταυτόχρονα να μην αποκαλύψει τίποτα στους γονείς τους. Στο τραυματικό βίωμα της σωματικής επίθεσης ήρθε να προστεθεί το αίσθημα της μοναξιάς και της εγκατάλειψης, καθώς οι γονείς της διατηρούσαν ο καθένας φανερά -και εν γνώσει των παιδιών τους- μια παράλληλη ερωτική ζωή . Με τους εραστές και τις ερωμένες να εναλλάσσονται, η Ούνικα ένιωθε ότι δεν άξιζε και πολλά, ότι ήταν γι' αυτούς μια ασήμαντη οντότητα. Και όταν μια ερωμένη του πατέρα της τής χάρισε μια μεγάλη πανέμορφη κούκλα, έβγαλε πάνω σ' αυτήν όλη την απελπισμένη οργή της: Της έβγαλε τα μάτια, την ξέσκισε, την κομμάτιασε. Μόνη παρηγοριά και καταφύγιο «για να μπορέσει να αντέξει τη ζωή», όπως γράφει, παρέμενε ο παράλληλος, αντισταθμιστικός κόσμος της ονειροπόλησης και της φαντασίωσης.
Δύο χρόνια αργότερα, ερωτεύθηκε παράφορα έναν νεαρό ενήλικα άνδρα που συναντούσε στο κολυμβητήριο. Ένας έρωτας εξιδανικευμένος, σχεδόν παραληρηματικός, που την έκανε να τρέμει και να δακρύζει μόνο με την ανάμνηση του λατρευτού προσώπου. Σχεδίαζε πορτραίτα του (ανακαλύπτοντας έτσι τη ζωγραφική για χάρη του έρωτα) τα οποία έκρυβε επιμελώς, και κάποτε κατάπιε τη φωτογραφία του, που της είχε ο ίδιος χαρίσει, για να ενωθεί για πάντα μαζί του με μια μυστική "θεία ευχαριστία". Και όταν η μητέρα της, παρά τις προφυλάξεις, ανακάλυψε τι συμβαίνει και της απαγόρεψε να ξαναπάει στο κολυμβητήριο και να τον ξαναδεί, η Ούνικα βυθίσθηκε στην απελπισία και τη θλίψη. Και σκέφθηκε τότε για πρώτη φορά να θέσει τέρμα στη ζωή της, να αυτοκτονήσει πέφτοντας από το παράθυρο, όπως είχε πράξει πριν από κάποιον καιρό και ένας "τρελός" της θείος.[2]
|
|
Το 1930, όταν η Ούνικα ήταν δεκατεσσάρων χρόνων, οι γονείς της χώρισαν οριστικά. Η Ούνικα με τον αδελφό της πήγαν να ζήσουν με τον πατέρα τους, ενώ η μητέρα τους παντρεύτηκε τον επόμενο χρόνο έναν υψηλόβαθμο αξιωματούχο των Ες-Ες. Ο πατέρας ξαναπαντρεύτηκε και αυτός λίγο αργότερα και το 1932 έγινε επίσης μέλος του ναζιστικού κόμματος. Η Ούνικα εγκατέλειψε το σχολείο στα δεκαπέντε της χρόνια, παρακολούθησε μαθήματα γραμματειακής υποστήριξης και εργάσθηκε για κάποιο διάστημα σε βιοτεχνία ενδυμάτων. Το 1933, μέσω των γνωριμιών και της επιρροής του πατριού της, προσλήφθηκε αρχικά ως δακτυλογράφος και αργότερα ως σεναριογράφος και δημιουργός διαφημιστικών ταινιών στην κρατική γερμανική εταιρεία κινηματογράφου (Universum Film AG - UFA), η οποία καθ' όλη τη διάρκεια της ναζιστικής περιόδου υπήρξε όργανο προπαγάνδας του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος υπό την εποπτεία του Γκαίμπελς. Παρέμεινε στη UFA μέχρι το 1942, οπότε και παντρεύτηκε και απέκτησε σύντομα τα δύο της παιδιά, ένα κορίτσι το 1943 και ένα αγόρι το 1945. Το ένα από τα παιδιά μάλιστα γεννήθηκε κατά τη διάρκεια ενός σκληρού βομβαρδισμού του Βερολίνου κατά τον οποίο χτυπήθηκε και το κτήριο όπου βρισκόταν και ή ίδια την ώρα της εγκυμοσύνης της -μια ακόμη τρομακτική τραυματική εμπειρία.





