Αποσπάσματα από το άρθρο
"What is critical psychiatry?" του Philip Thomas [1]
Θεσμικός ρατσισμός, πολιτική χρήση της ψυχιατρικής διάγνωσης, ψυχιατρικός ιμπεριαλισμός
Στη Βρετανία τα φαινόμενα αυτά γίνονται εμφανή με ιδιαίτερα τραγικό τρόπο στην προβληματική συνάντηση της ψυχιατρικής με άτομα που ανήκουν σε κοινότητες Μαύρων ή εθνοτικές μειονότητες. Ο Σούμαν Φερνάντο (Suman Fernando, 1991) [2] υποστηρίζει ότι η πίστη στην ουδετερότητα της ψυχιατρικής γνώσης και πρακτικής συνέβαλε στη συγκάλυψη των ρατσιστικών παραδοχών πάνω στις οποίες αμφότερες βασίζονται. Και αυτό είναι πρόβλημα τόσο σε εθνικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο.
Στη Βρετανία τα τελευταία πενήντα χρόνια έχει συσσωρευτεί ένας τεράστιος όγκος στοιχείων που δείχνουν ότι η συχνότητα εμφάνισης της "σχιζοφρένειας" είναι πολύ υψηλότερη στους πληθυσμούς αφροκαραϊβικής προέλευσης, και ιδιαίτερα στους νεαρούς άνδρες αυτών των πληθυσμών. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την ευρέως διαδομένη αλλά ρατσιστική αντίληψη ότι οι νεαροί Μαύροι άνδρες είναι επικίνδυνοι, συνδέεται με τα υψηλότερα ποσοστά καταπίεσης και εξαναγκασμού που βιώνουν τα άτομα αυτά στο πλαίσιο των υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Επιπλέον, οι νεαροί μαύροι άνδρες συγκεντρώνουν μεγαλύτερες πιθανότητες να υποβληθούν σε βίαιες σωματικές θεραπείες (physical treatments) και να λάβουν υψηλότερες δόσεις φαρμάκων κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους σε σύγκριση με άλλες πληθυσμιακές ομάδες.
Αλλά το πρόβλημα δεν σταματά εκεί. Οι ψυχιατρικές θεωρίες καταφεύγουν σε ρατσιστικές ερμηνείες προκειμένου να αιτιολογήσουν την αυξημένη συχνότητα της σχιζοφρένειας σε Μαύρους πληθυσμούς, ερμηνείες που βασίζονται είτε σε υποτιθέμενες βιολογικές ή γενετικές διαφορές μεταξύ των Μαύρων και της λευκής πλειοψηφίας είτε στις οικογενειακές δομές και τον τρόπο ζωής (ιδιαίτερα τη χρήση κάνναβης) που, όπως λένε, χαρακτηρίζουν τις αφρο-καραϊβικές κουλτούρες. Η ψυχιατρική εντοπίζει συστηματικά τις αιτίες του προβλήματος της όποιας σχιζοφρένειας στη βιολογία ή την κουλτούρα αυτών των νέων ανδρών, και όχι στις εμπειρίες ρατσισμού και φυλετικών διακρίσεων που κυριαρχούν στη ζωή τους. Πρόκειται για μια σοβαρή ηθική αποτυχία.
Ο ρατσισμός είναι ένα δύσκολο ζήτημα που οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας οφείλουν να αντιμετωπίσουν. Ο Κουέιμι Μακένζι (Kwame McKenzie, 2003) [3] υποστηρίζει ότι οι εμπειρίες ρατσισμού ασκούν δυσμενή επίδραση στην υγεία των ατόμων που τις υφίστανται. Αυτό γίνεται εμφανές από την αυξημένη συχνότητα υπέρτασης, αναπνευστικών παθήσεων, άγχους, κατάθλιψης και ψυχώσεων στον μαύρο πληθυσμό. Γράφοντας με αφορμή την Έκθεση Μακφέρσον (Macpherson Report) σχετικά με την αποτυχία της αστυνομίας να ασκήσει διώξεις στην υπόθεση της ρατσιστικής δολοφονίας του μαύρου εφήβου Στήβεν Λώρενς (Stephen Lawrence), ο Μακένζι (McKenzie, 1999) επισημαίνει ότι, όπως και η αστυνομία, έτσι και οι γιατροί θίγονται όταν έρχονται αντιμέτωποι με κατηγορίες για ρατσισμό. Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται η χρησιμότητα της έννοιας του θεσμικού ρατσισμού (institutional racism), καθώς εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο οι αξίες και οι δομές των υπηρεσιών ψυχικής υγείας εισάγουν ακούσια [και εν αγνοία των λειτουργών τους] διακρίσεις εις βάρος των μειονοτικών ομάδων.[4]
Γενικότερα, όπως υποστηρίζει ο Ντάνκαν Νταμπλ (Duncan Double, 2002) [5], η χρήση διαγνώσεων που βασίζονται σε βιολογικές εξηγήσεις των βιωμάτων εκμηδενίζει την ενδεχόμενη σημασία του νοήματος της ψυχικής οδύνης και συσκοτίζει τις κοινωνικές και ψυχολογικές της ρίζες. Αυτό ενθαρρύνει τους ανθρώπους να αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως ανίσχυρο να παρέμβει στα προβλήματά του, γεγονός που έχει σοβαρές επιπτώσεις στη διαδικασία της ανάρρωσης.
Η χρήση ψυχιατρικών διαγνώσεων [βασισμένων σε δυτικά ταξινομικά συστήματα και κυρίως στο DSM] έχει γίνει ένα σημαντικό εργαλείο στις προσπάθειες της φαρμακευτικής βιομηχανίας να επεκτείνει τα παγκόσμια εμπορικά της συμφέροντα. Και αυτό, όπως τονίζει ο Σούμαν Φερνάντο (Fernando,1991), έχει καταστρεπτικές συνέπειες για τις τοπικές προσλήψεις της ψυχικής οδύνης και της τρέλας, καθώς και για τα συστήματα υποστήριξης που βασίζονται σε αυτές, ιδίως στις μη δυτικές χώρες. Οι δυτικές επιστημονικές αντιλήψεις για την ψυχική οδύνη πηγάζουν από ιστορικές και φιλοσοφικές παραδοχές για τον εαυτό, οι οποίες αποτελούν γνώρισμα του δυτικού πολιτισμού. Διεθνείς οργανισμοί, όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), ασκούν πρόσθετες πιέσεις στις μη δυτικές χώρες να υιοθετήσουν δυτικές "λύσεις" για το πρόβλημα της τρέλας, προωθώντας έτσι έμμεσα την ατζέντα της φαρμακευτικής βιομηχανίας και αποδυναμώνοντας περαιτέρω τα τοπικά συστήματα υποστήριξης και βοήθειας. Αυτήν την άποψη υιοθετεί και ένα άρθρο που γράψαμε μαζί με τον Πατ Μπράκεν [6] (Bracken & Thomas, 2001), στο οποίο υποστηρίζουμε ότι οι επιστημονικές εξηγήσεις της ψυχικής οδύνης, όπως αυτές εκφράζονται στο DSM, έχουν τις ρίζες τους στην πεποίθηση ότι ο ανθρώπινος πόνος θα υποχωρήσει, τελικά, μπροστά στην επιστημονική πρόοδο.
Η έννοια της προόδου μέσω της ορθολογικής επιστημονικής σκέψης έχει τις ρίζες της στον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό. Ένα από τα σημαντικά αποτελέσματα της εποχής του Διαφωτισμού ήταν ότι η επιστήμη και ο ορθολογισμός, αντί της θρησκευτικής πίστης και της δεισιδαιμονίας, έγιναν τα μέσα για να κατανοήσουμε τη ζωή και τη σχέση μας με τον Κόσμο. Στον τομέα της ψυχικής υγείας η επιστημονική προσέγγιση (που έφθασε στο απόγειό της κατά τη λεγόμενη "δεκαετία του εγκεφάλου"[7]) αντικατέστησε μια μεγάλη ποικιλία θεωρούμενων μη επιστημονικών τρόπων κατανόησης της τρέλας και της ψυχικής οδύνης, αρχικά στην Ευρώπη και στη συνέχεια, κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, προοδευτικά σε ολόκληρο τον πλανήτη.
Αν ισχύει ότι οι ψυχιατρικές διαγνώσεις δεν έχουν στέρεη επιστημονική βάση και ότι δεν είναι παρά δηλώσεις συναίνεσης (consensus statements) που παράγονται από επιτροπές ειδικών, τότε δεν θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι πολιτικοί παράγοντες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη δημιουργία ή την κατάργησή τους. Πριν από σαράντα χρόνια, τα βρετανικά και αμερικανικά ψυχιατρικά ιδρύματα επέκριναν δικαίως την πρώην Σοβιετική Ένωση για τη χρήση της διάγνωσης της "νωθρής σχιζοφρένειας" (sluggish schizophrenia) [8] ως μέσου φίμωσης των πολιτικών αντιφρονούντων. Την ίδια χρονική περίοδο, ομοφυλόφιλοι ακτιβιστές στις ΗΠΑ διεξήγαγαν πολιτική εκστρατεία για την κατάργηση της ομοφυλοφιλίας ως διάγνωσης από το DSM, και το 1973 αυτή αντικαταστάθηκε από την κατηγορία "διαταραχή του σεξουαλικού προσανατολισμού" (sexual orientation disturbance). [9] Ο Ντέρεκ Σάμερφιλντ (Derek Summerfield) [10] εφιστά την προσοχή στην πολιτική φύση της ψυχιατρικής διάγνωσης καθώς και στα ηθικά προβλήματα που απορρέουν από αυτό. Ισχυρίζεται ότι η καθιέρωση της διάγνωσης της "διαταραχής μετατραυματικού στρες" ήταν ένα πολιτικό και όχι επιστημονικό επίτευγμα.
Μετά τον πόλεμο του Βιετνάμ, το αμερικανικό αντιπολεμικό κίνημα υποχρέωσε τη στρατιωτική ψυχιατρική να προσφέρει βοήθεια και υποστήριξη στους βετεράνους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η διάγνωση της Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες (ΔΜΤΣ) να αντικαταστήσει παλαιότερες έννοιες, όπως η "κόπωση μάχης" (battle fatigue) και η "νεύρωση πολέμου" (war neurosis), και να στρέψει την προσοχή στην τραυματογόνο φύση του πολέμου. Με αυτόν τον τρόπο όμως η συγκεκριμένη διάγνωση μετέτρεψε τους βετεράνους του Βιετνάμ από δράστες πολεμικών φρικαλεοτήτων σε θύματα "τραύματος", "νομιμοποίησε τη 'θυματοποίηση' τους και τους πρόσφερε ηθική απαλλαγή…". (Summerfield, 2001: 95). Η διάγνωση της διαταραχής μετατραυματικού στρες έχει λιγότερη σχέση με την επιστήμη και τις φυσικές κατηγορίες και περισσότερη με εσωτερικούς πολιτικούς αγώνες για την ανακούφιση της συνείδησης ενός έθνους μετά από έναν φρικτό πόλεμο.
Οι δυτικές έννοιες του τραύματος και η ψυχιατρική διάγνωση της Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες επιχειρούν να επαναπροσδιορίσουν τις ηθικές συνέπειες των συγκρούσεων. Σε ένα άλλο άρθρο του, ο Ντέρεκ Σάμερφιλντ παρατηρεί ότι οι έρευνες σε κατοίκους εμπόλεμων ζωνών τείνουν να ερμηνεύουν τα συναισθήματα εκδίκησης ως δείκτη κακής ψυχικής υγείας (Summerfield, 2002). Για παράδειγμα, στην Κροατία, ένα ανθρωπιστικό πρόγραμμα υπό ξένη διοίκηση έλεγε σε παιδιά της Κροατίας που είχαν πληγεί από τον πόλεμο ότι το να μην μισούν τους Σέρβους θα τα βοηθούσε να ανακάμψουν από το τραύμα. Στην Νότια Αφρική, επίσης, μελέτες σε θύματα του απαρτχάιντ (μελέτες που έγιναν με τη χορήγηση κάποιας "κλίμακας συγχώρεσης") "διαπίστωσαν" ότι η Διαταραχή Μετατραυματικού Στρές ήταν σημαντικά συχνότερη σε όσους δεν έδειχναν συγχώρεση.
Αυτές και άλλες παρόμοιες μελέτες ενισχύουν την άποψη ότι η συγχώρεση είναι απαραίτητη για την ανάρρωση. Έτσι, οι συναισθηματικές αντιδράσεις όσων έχουν πληγεί από τον πόλεμο –"τραυματοποίηση" (traumatisation) ή "εκβαρβάρωση" (brutalisation)¬ θεωρούνται επιζήμιες και χρήζουσες τροποποίησης. Αυτή η πεποίθηση, υποστηρίζει ο Σάμερφιλντ, αποτελεί και τη βάση για παρεμβάσεις ψυχολογικής υποστήριξης μεγάλης κλίμακας από δυτικές οργανώσεις ανθρωπιστικής βοήθειας. Ο ίδιος αμφισβητεί αυτή την περί συγχώρεσης θέση και ερωτά: Είναι πράγματι ο θυμός και η ανάγκη για εκδίκηση απαραίτητα κάτι κακό; Απεναντίας, τα συναισθήματα αυτά στρέφουν την προσοχή στις αδικίες που εξαρχής είναι υπαίτιες της οδύνης, καθώς και στη σημασία της κοινωνικής συνοχής και της αλληλεγγύης ως κοινωνικής και πολιτισμικής απάντησης στις αδικίες του πολέμου.
--------
Μετάφραση κειμένου με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης*
Επιμέλεια: Ντίνος Χατζηαθανασίου
* Το παρόν κείμενο αποτελεί το δεύτερο μέρος του άρθρου "What is critical psychiatry?" ['Τί είναι η κριτική ψυχιατρική;'] του Philip Thomas (2013), το οποίο μπορείτε να διαβάσετε αυτούσιο στο πρωτότυπο στον ιστότοπο Mad in America.
Σχετικές αναρτήσεις
|
|
|
Βιβλιογραφικές αναφορές
Duncan Double (2002): "The limits of psychiatry" [Τα όρια της ψυχιατρικής], British Medical Journal, 324, 900-904.
Suman Fernando (1991): Mental health, race and culture [Ψυχική Υγεία, φυλή και κουλτούρα]. Macmillan / Mind Publications.
Kwame McKenzie (1999): "Something borrowed from the blues? We can use Lawrence inquiry findings to help eradicate racial discrimination in the NHS" British Medical Journal, 318, 616-617.
Kwame McKenzie (2003): "Racism and health" [Ρατσισμός και ψυχική υγεία], British Medical Journal, 326, 66.
Derek Summerfield (2001): "The invention of post-traumatic stress disorder and the social usefulness of a psychiatric category" [Η εφεύρεση της διαταραχής μετατραυματικού στρες και η κοινωνική χρησιμότητα μιας ψυχιατρικής κατηγορίας], British Medical Journal322, 95 –98.
Derek Summerfield (2002): "Effects of war· moral knowledge, revenge, reconciliation, and medicalised concepts of recovery" [Οι επιπτώσεις του πολέμου: ηθική γνώση, εκδίκηση, συμφιλίωση και ιατρικοποιημένες έννοιες της ανάρρωσης], British Medical Journal, 325, 1105-1107.
Σημειώσεις μετάφρασης
1. Ο Philip Thomas (Φίλιπ Τόμας) εργάσθηκε ως ψυχίατρος για πάνω από είκοσι χρόνια στο Εθνικό σύστημα Υγείας της Βρετανίας. Είναι ιδρυτικό μέλος και μέχρι το 2011 συμπρόεδρος του Δικτύου Κριτικής Ψυχιατρικής. Το 2004 εγκατέλειψε την κλινική πρακτική για να ασχοληθεί με το γράψιμο και τη διδασκαλία. Υπήρξε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Κεντρικού Λανκασάιρ (University of Central Lancashire) και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μπράνφορντ (University of Bradford). Έχει δημοσιεύσει μέχρι σήμερα πάνω από εκατό άρθρα και τέσσερα βιβλία. Κείμενό του, όπως και κείμενα και άλλων Βρετανών κριτικών ψυχιάτρων, συμπεριλαμβάνεται στον συλλογικό τόμο "Απο-ιατρικοποιώντας τη δυστυχία· ψυχιατρική, ψυχολογία και ανθρώπινη κατάσταση" (Εκδόσεις των Συναδέλφων).
2. Ο Suman Fernando (Σούμαν Φερνάντο, 1932-2025), με καταγωγή από τη Σρι-Λάνκα, εργάσθηκε για είκοσι χρόνια στο Εθνικό Σύστημα Υγείας της Βρετανίας και εν συνεχεία ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Κεντ (University of Kent). Συγγραφέας, μεταξύ άλλων, των βιβλίων Mental health, race and culture ('Ψυχική υγεία, φυλή και κουλτούρα'), Cultural diversity, mental health and psychiatry: The struggle against racism ('Πολιτισμική διαφορετικότητα, ψυχική υγεία και ψυχιατρική: Ο αγώνας ενάντια στον ρατσισμο'), Institutional racism in psychiatry and clinical psychology: Race matters in mental health ('Θεσμικός ρατσισμός στην ψυχιατρική και την κλινική ψυχολογία: Η φυλή έχει σημασία στην ψυχική υγεία'), στα οποία ασκεί έντονη κριτική στα συστήματα ψυχικής υγείας που στηρίζονται στα ευρωκεντρικά μοντέλα σκέψης και δράσης. Υπήρξε επίσης ηγετική φυσιογνωμία στη βρετανική Εταιρεία Διαπολιτισμικής Ψυχιατρικής (Transcultural Psychiatry Society, 1975-2008) και της Εκστρατείας για την Κατάργηση της Διάγνωσης της Σχιζοφρένειας (Campaign for the Abolition of the Schizophrenia Label), και συνιδρυτής του αφιερωμένο στην αποδόμηση των ευρωκεντρικών προκαταλήψεων στην πρακτική της ψυχικής υγείας ιστοτόπου DecolPsych.
3. O Kwame McKenzie (Κουέιμι Μακένζι), με καταγωγή από την Καραϊβική, είναι βρετανο-καναδός ψυχίατρος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο (University of Toronto) με εξειδίκευση στις κοινωνικές αιτίες των ψυχικών διαταραχών και στον σχεδιασμό αποτελεσματικών και δίκαιων πολιτικών υγείας.
4. Ο θεσμικός ρατσισμός (institutional racism), ή συστημικός ρατσισμός, "σηματοδοτεί τους τρόπους με τους οποίους συνηθισμένες θεσμικές διαδικασίες, ανεξάρτητα από την πρόθεσή τους, καταλήγουν σε διακρίσεις εναντίον των μειονοτικών ομάδων". Ο όρος επινοήθηκε το 1967 από τους ακτιβιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις Η.Π.Α. Στόουκλι Καρμάικλ (Stokely Carmichael) και Τσαρλς Χάμιλτον (Charles V. Hamilton) στο εμβληματικό βιβλίο τους "Black Power: The politics of liberation" ('Μαύρη Δύναμη: Οι πολιτικές της απελευθέρωσης').
5. Ο Duncan Double (Ντάνκαν Νταμπλ) εργάσθηκε στο Εθνικό Σύστημα Υγεία της Βρετανίας και ως λέκτορας στο Πανεπιστήμιο της Ανατολικής Αγγλιας (University of East Anglia). Είναι ιδρυτικό μέλος του Δικτύου Κριτικής Ψυχιατρικής και επιμελητής του συλλογικού τόμου Critical Psychiatry: The limits of madness ('Κριτική Ψυχιατρική: Τα όρια της τρέλας').
6. Ο Pat Bracken (Πατ Μπράκεν) είναι ψυχίατρος και φιλόσοφος, ιδρυτικό μέλος του Δικτύου Κριτικής Ψυχιατρικής. Εργάσθηκε στο Εθνικό Σύστημα Υγεία της Βρετανίας και ως καθηγητής Φιλοσοφίας, Διαφορετικότητας και Ψυχικής Υγείας στο Πανεπιστήμιο του Κεντρικού Λανκασάιρ (University of Central Lancashire). Εισήγαγε τον όρο μετα-ψυχιατρική (post-psychiatry) στο ομώνυμο βιβλίο που συνέγραψε με τον Φίλιπ Τόμας (Postpsychiatry: Mental Health in a Postmodern World / Μεταψυχιατρική: Ψυχική Υγεία σε έναν μεταμοντέρνο κόσμο), στο οποίο δίνουν έμφαση στα ανθρώπινα δικαιώματα και στη φωνή των ίδιων των θεραπευόμενων. Συγγραφέας επίσης του βιβλίου Trauma: Culture, meaning and philosophy (Τραύμα: Κουλτούρα, νόημα και φιλοσοφία).
7. Δεκαετία του εγκεφάλου (Decade of the Brain) ονομάσθηκε η δεκαετία 1990-1999 κατά την οποία η Αμερικανική Κυβέρνηση με τη σύμφωνη γνώμη του Κογκρέσου ενέκρινε εκτεταμένες χρηματοδοτήσεις για την ανάπτυξη της έρευνας στις νευροεπιστήμες με αποτέλεσμα την αλματώδη πρόοδο των επιστημών αυτών. Οι πρόοδοι αυτοί επέτρεψαν τους θιασώτες της βιολογικής ψυχιατρικής να ισχυρίζονται, προτρέχοντας, ότι η ψυχική οδύνη και η "τρέλα" είναι αποκλειστικά προϊόν της δυσλειτουργίας του εγκεφάλου, δηλαδή μια καθαρά οργανική ασθένεια. Στην πραγματικότητα, παρά τις αρχικές ελπίδες και τις προσπάθειες, αυτό δεν αποδείχθηκε ποτέ ούτε για την κατάθλιψη (βλέπε: "Η κατάθλιψη και ο μύθος της σεροτονίνης"), ούτε για την σχιζοφρένεια, ούτε για οποιαδήποτε άλλη ψυχική "ασθένεια".
8. Η "νωθρή σχιζοφρένεια" ΄(sluggish schizophrenia) ή "έρπουσα σχιζοφρένεια" ήταν μια ψυχιατρική ψευδο-διάγνωση που επινοήθηκε από τον Σοβιετικό ψυχίατρο Αντρέι Σνεζνέφσκι (Andrei Snezhnevsky) και χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά στην πρώην Σοβιετική Ένωση και σε ορισμένες χώρες του Ανατολικού Μπλοκ από τη δεκαετία του 1960 μέχρι την πτώση του κουμουνιστικού καθεστώτος το 1989. Αποδιδόταν σε αντικαθεστωτικούς και αντιφρονούντες ακόμη και αν δεν παρουσίαζαν κανένα από τα θεωρούμενα χαρακτηριστικά συμπτώματα της ψύχωσης. Ως δήθεν "συμπτώματα" βαφτίζονταν φυσιολογικές συμπεριφορές και τάσεις μη αρεστές στο καθεστώς: απαισιοδοξία, κοινωνική αποστασιοποίηση – άρνηση συμμετοχής, κριτική της υπάρχουσας κατάστασης, μεταρρυθμιστικές ιδέες, ιδέες κοινωνικής αλλαγής… Ο Βλαντιμίρ Μπουκόφσκι, η ποιήτρια Νατάλια Γκορμπανέφσκαγια, ο μαθηματικός Λεονίντ Πλιούς, ο ποιητής και μαθηματικός Αλεξάντρ Γεσένιν-Βόλπιν (γιος του μεγάλου Ρώσου αυτόχειρα ποιητή Σεργκέι Γεσένιν) ήταν μερικοί από τους διάσημους αντιφρονούντες στους οποίους δόθηκε η διάγνωση της "νωθρής σχιζοφρένειας" και κλείσθηκαν στα σοβιετικά Ειδικά Ψυχιατρικά Νοσοκομεία.
Αν και η δυτική ψυχιατρική καταδίκαζε τη σοβιετική διάγνωση της νωθρής σχιζοφρένειας, την ίδια περίπου περίοδο οι Αμερικανοί ψυχίατροι επινοούσαν μια αντίστοιχη ψευδο-διάγνωση που την ονόμασαν "ψύχωση της διαμαρτυρίας” (βλέπε: 'The protest psychosis' - Μια ιστορία κοινωνικού ελέγχου) με την οποία χαρακτήριζαν τους μαχητικούς μαύρους ακτιβιστές του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα που έτρεφαν "εχθρικά ή επιθετικά συναισθήματα" και "αντι-λευκές ψευδαισθήσεις", υιοθετούσαν "μαχητική αντίσταση στη λευκή κοινωνία" και "ασπάζονταν αφρικανικές ή ισλαμικές ιδεολογίες". Παντού και πάντα πρόθυμος υπηρέτης της εξουσίας και της καθεστηκυίας τάξης η ψυχιατρική!
9. Η κατάργηση της ομοφυλοφιλίας ως ψυχικής διαταραχής και η αντικατάσταση της με τη διάγνωση της "διαταραχής σεξουαλικού προσανατολισμού" ήταν ένας προσωρινός πολιτικός συμβιβασμός που δεν ικανοποίησε πλήρως το αρχικό αίτημα της ομοφυλόφιλης κοινότητας. Έτσι, το 1980, στην έκδοση του DSM-III, η "διαταραχή σεξουαλικού προσανατολισμού" θα αντικατασταθεί από την "εγω-δυστονική ομοφυλοφιλία" (ego-dystonic homosexuality), η οποία με τη σειρά της θα καταργηθεί (χωρίς αυτή τη φορά να αντικατασταθεί από άλλη νέα ονομασία) το 1987 με την έκδοση του DSM-III-R. Στο εξής η ομοφυλοφιλία θα θεωρείται φυσιολογική παραλλαγή της ανθρώπινης σεξουαλικότητας. (Βλέπε: Η ομοφυλοφιλία στο DSM : https://belopoulos.blogspot.com/2016/04/the-selling-of-DSM.html#homosexuality.)
10. Ο Derek Summerfield (Ντέρεκ Σάμερφιλντ), λέκτορας στο Ινστιτούτο Ψυχιατρικής του Λονδίνου (London's Institute of Psychiatry), εργάσθηκε στο Ιατρικό ίδρυμα για την φροντίδα θυμάτων βασανιστηρίων (Medical Foundation for Care of Victims of Torture in London) από το 1991 έως το 2000. Ερευνητής και συγγραφέας άρθρων που αναδεικνύουν τις επιπτώσεις των βασανιστηρίων και της βίας του πολέμου, ιδιαίτερα σε γυναίκες και παιδιά, ασκεί κριτική στο παγκόσμιο "κίνημα για την ψυχική υγεία" (mental health movement), το οποίο, υποστηρίζει, έχει συμβάλλει στην ιατρικοποίηση της ανθρώπινης δυστυχίας (μέσω διαγνώσεων, όπως, για παράδειγμα, η "διαταραχή μετατραυματικού στρες"), την απολιτικοποίηση και την επέκταση του δυτικού ψυχιατρικού ιμπεριαλισμού που εξαλείφει σκόπιμα και συστηματικά τις πολύτιμες τοπικές εμπειρίες και αντιλήψεις για την ψυχική οδύνη και την "τρέλα".
ΨυχοΑντιΜαχίες – Κριτική Ψυχιατρική




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου